Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου τῶν Λατινοφρόνων ἐπισκόπων κατά τόν Μέγαν Μᾶρκον τόν Εὐγενικόν

"Ἅγιοι Κολλυβάδες”
Δεκέμβριος 1997 - Ἰανουάριος 1998
Στοιχεῖα  συμφώνως τῷ Νόμῳ: Ἰδιοκτήτης, ἐκδότης, διευθυντής: 
π. Νικόλαος Δημαρᾶς Δρ. Ν.  
Διεύθυνσις: Βαρδακουλᾶ 47, πάροδος 3, 30300 Ναύπακτος. 
Τηλ.: 0634/31805 - 22179 
Ὑπεύθυνος τυπογραφείου: Σανιδᾶς Κωνσταντῖνος 
 Ἰωαννίνων 6, Μοσχᾶτον
Ἐκδίδεται κάθε μῆνα.
ἀριθμός φύλλου: 12. 
ἔτος ἐκδόσεως: 3ον  
(Τιμή φύλλου τυπογραφείου: δραχμαί 50).  
 

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ διδασκαλία του περί διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου τοῦ Λατινόφρονος ἐπισκόπου

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον, ἀπεδοκιμάζετο μὲν ἀπὸ τοὺς Λατινόφρονες ἐπισκόπους, ἀλλὰ ἐτιμᾶτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ μετὰ τὴν ψευδένωσιν Φεράρας-Φλωρεντιας. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν συνοδικῶν ἔργασιῶν οἱ ἐχθροί του διέδωσαν, ὅτι παρεφρόνησε, καὶ σύγχρονοί του Λατινόφρονες τὸν ἀπεκαλοῦσαν Ἰούδα καὶ αἱρεσιάρχη... ἐνῶ ταυτοχρόνως ὁ λαὸς τῆς Κωσταντινουπόλεως τὸν ἀνευφημοῦσε ζῶντα ὡς ἅγιον καὶ τὸν προσκαλοῦσε νὰ ἀνέλθη στὸν πατριαρχικὸ θρόνο!

Ἀποθνήσκων δὲ ὁ μέγας τῆς Ὀρθοδοξίας ἀθλητὴς καὶ Ὁμολογητὴς Μᾶρκος ἀνεκηρύττετο ἅγιος, ἐγκώμια δὲ καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες ἀφιερώνονταν στὴν μνήμη του.

Ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωάννης ὁ Η΄ ὁ Παλαιολόγος, μολονότι ἦταν Λατινόφρων, βλέποντας τὸν θαυμασμὸ τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν Ἅγιον Μᾶρκον, τὸν ἐκάλεσε νὰ ἀνέλθη στὸν κενὸν πατριαρχικὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ ἀνέλθη στὸν λάμποντα πατριαρχικὸν θρόνον ἀλλὰ καὶ νὰ ἔλθη σὲ ὁποιαδήποτε ἐπαφὴ μὲ τὸν νέον Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνην καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν ὁμόφρονές του ἐπισκόπους.

Ὁ Ἅγιος, αἰτιολογῶντας τὴν ἄκαμπτη στάσιν του ἔναντι τοῦ πατριάρχου καὶ τῶν Λατινοφρόνων ἐπισκόπων, γράφει:

Οὔτε θέλω καθόλου, οὔτε δέχομαι τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ ἢ μὲ αὐτόν...Καὶ ὅπως ἀκριβῶς δὲν δέχομαι, ὅτι ἔχει γίνει ἕνωσις οὔτε τὰ λατινικὰ δόγματα δέχομαι, τὰ ὁποῖα δέχθηκε αὐτὸς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ... Διότι ἔχω πεισθεῖ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀπομακρύνομαι ἀπὸ αὐτὸν (σ.σ. τὸν Λατινόφρονα πατριάρχην) καὶ ἀπὸ τοὺς τοιούτους, πλησιάζω εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς ὅλους τοὺς πιστοὺς καὶ Ἁγίους Πατέρας, εἰς τοὺς Θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας...” (Μάρκου Ἐφέσου, Ἀπολογία, P.G. 160, 536 CD).

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ἐκάλεσε τὸν ὀρθόδοξο λαὸ νὰ μὴν ἔχῃ, καμμία ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν πάπα καὶ τοὺς Λατίνους καὶ Λατινόφρονες καὶ νὰ ἀγνοήση τὴν ψευδένωσιν τῆς Φλωρεντίας:

“Φεύγετε καὶ ὑμεῖς ἀδελφοὶ τὴν πρὸς τοὺς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καὶ τὸ μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἴδε ἐγὼ Μᾶρκος ὁ ἁμαρτωλὸς λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχός ἐστι πάντα τὰ τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων, καὶ ὁ Λατινοφρονῶν μετὰ τῶν Λατίνων κριθήσεται καὶ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται.” (Ἐπιστολὴ πρὸς Θεοφάνην, P.G. 160, 1097D, 1100Α).

Ὅσοι ἀπεσχίσθησαν τότε ἀπὸ τοὺς Λατινόφρονες Ἀρχιερεῖς καὶ τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Μητροφάνη δὲν ἔκαναν σχίσμα, ὅπως καὶ σήμερα, ὅσοι δὲν μνημονεύουν τὸν ἀρχιοικουμενιστὴ καὶ Λατινόφρονα Βαρθολομαῖο καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν Ἀρχιερεῖς τοῦ ἐσβεσμένου Φαναρίου, βρίσκονται σὲ συμφωνία πίστεως μὲ τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸν καὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους Πατέρας, μὲ τὸ σῶμα τῶν Ἁγίων, τὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας, δηλ. μὲ τὴν Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. 
 

Οἱ ἀποτειχιζόμενοι ἀκολουθοῦν, ὅπως τότε, τὴν προτροπὴν τοῦ Ἁγίου Μάρκου νὰ μὴ συλλειτουργοῦν μὲ τοὺς Λατινόφρονας καὶ μηδόλως νὰ τοὺς μνημονεύουν, οὔτε κἄν σὰν χριστιανούς, ὄχι μόνον τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Μητροφάνη καὶ τοὺς περὶ αὐτὸν Λατινόφρονας ἀλλὰ καὶ ὅλους ἐκείνους πού ἤσαν κοινωνικοὶ πρὸς αὐτούς:

“Περιωρίσθην παρὰ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται, τρέχει δὲ μᾶλλον καὶ εὐοδοῦται καὶ οἱ πλείονες τῶν ἀδελφῶν τῇ ἐμοὶ ἐξορίᾳ θαρροῦντες βάλλουσι τοῖς ἐλέγχοις τοὺς ἀλιτηρίους καὶ παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῶν πατρικῶν θεσμῶν καὶ ἐλαύνουσι πανταχόθεν αὐτοὺς ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύοντες ὅλως αὐτῶν ὡς χριστιανῶν”. (P.G. 160, 1097ΑΒ).

Ἐνῶ στὴν Κωνσταντινούπολιν ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ἔγινε δεκτὸς θριαμβευτικῶς, στὴν Ἔφεσο ἀπεδοκιμάσθη ἀπὸ τοὺς ψευδοενωτικοὺς καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ φύγη γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ἀλλὰ καθ᾿ ὁδὸν κρατήθηκε στὴν Λῆμνον ὡς ἐξόριστος μὲ διαταγὴ τοῦ Βασιλέως.

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ἐξωρίσθη χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται (Β΄ Τιμ. Β' 9).

Ὁ Μέγας ἐξόριστος, εὑρισκόμενος στὴν Λῆμνον, συνέταξε τὴν ὀνομαστὴ ἐγκύκλιό του «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὐρισκομένοις ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς», μὲ τὴν ὁποίαν κατεπολέμησε τὴν ψευδῆ ἕνωσιν τῆς Φλωρεντίας.

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος, οἰκουμενικὸς πλέον διδάσκαλος, εἶχε γίνει τὸ στόμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ὀρθόδοξοι ἤκουον τὰ πνευματικὰ σαλπίσματα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καὶ προφυλάσσονταν ἀπὸ κάθε κοινωνία μὲ τοὺς Λατίνους καὶ τοὺς Γραικολατίνους Λατινόφρονας:

«Φεύγετε αὐτούς, ἀδελφοί, καὶ τὴν πρὸς αὐτοὺς κοινωνίαν· Οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. Καὶ οὐ θαυμαστὸν· αὐτὸς γὰρ ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός».

“Οὐ θαῦμα οὒν, εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν... Στήκετε κρατοῦντες τὰς παραδόσεις, ἅς παρελάβετε, τὰς τε ἐγγράφους καὶ τὰς ἀγράφους, ἵνα μὴ τῇ τῶν ἀθέσμων πλάνῃ, συναπαχθέντες ἐκπέσητε τοῦ ἰδίου στηριγμοῦ.” (Σ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καὶ παπισμός, τόμ. Β΄, Ἀθῆναι 1969, σελ. 67).

Ἐδῶ θὰ πρέπη ν᾿ ἀναφερθοῦμε πλατύτερον στὴν δρᾶσιν μερικῶν “θεοφορουμένων” ἱερομονάχων καὶ μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι περιέρχονται ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικόν, καί μάλιστα, ὅπου ἀνθεῖ τὸ παλαιοημερολογιτικὸν στοιχεῖον, ὥστε νὰ προκαλέσουν καὶ ἐκεῖ φθορὰ καὶ σύγχυσιν στοὺς ἁπλοϊκούς, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνοι “μὲ τὸ παλαιὸ πᾶνε” καὶ καταδικάζουν τὸν Οἰκουμενισμόν, ἀλλὰ δὲν διακόπτουν τὸ μνημόσυνον καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν πατριάρχην, διὰ νὰ μὴ βρεθοῦν τάχα ... «ἐκτὸς Ἐκκλησίας»!!!

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ξέρουν νὰ λέγουν ὡραῖα καὶ ἀληθινὰ πράγματα γιὰ τὴν ζωὴ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως, ἀλλὰ ὅταν τοὺς ρωτήση κανεὶς γιὰ ζητήματα πίστεως λέγουν, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ δὲν κάνουν καλὸ στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ ἀσχολοῦνται μὲ αὐτά.

Σὰν νὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξη χάρις Θεοῦ χωρὶς ὀρθόδοξο φρόνημα!

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἐπειδὴ δὲν ἀγωνίζονται γιὰ τὴν πίστιν δὲν θίγουν κανένα καὶ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους. Ὅλοι λέγουν καλὰ λόγια γιὰ αὐτοὺς καὶ τοὺς ὀνομάζουν ἁγίους. Αὐτοὶ κάνουν τὸ μεγαλύτερο κακὸ στὶς ἁπλὲς καὶ καλοπροαίρετες ψυχές, τὶς ὁποῖες πείθουν νὰ κλείσουν τὰ μάτια καὶ νὰ ἀκολουθοῦν χωρὶς ἐρωτήσεις τὸν «πατριάρχη» καὶ τὴν «ἐκκλησία». Αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀποτέλεσματικοὶ σύμμαχοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ φοβερὴ αὐτὴ αἵρεσις, (σ.σ. τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ πιάση ρίζες χωρὶς αὐτούς, γιατί αὐτοὶ ἀφοπλίζουν αὐτοὺς ἀκριβῶς, πού θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι οἱ πιὸ ζωντανοὶ μαχηταὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. (Ἀ. Καλομοίρου, Τὸ Σύγκριμα, σ. 16).

Ἔτσι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας διδασκάλους τέτοιους “θεοφορουμένους” ἀλλὰ καὶ λαϊκοὺς τελευταίως, συνεχίζει νὰ ὑπακούη σὲ ψευδοποιμένες, ὅπως τοὺς χαρακτηρίζει ὁ ΙΕ κανὼν τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, τύπου πατρ. Βαρθολομαίου, Ἰακώβου Κουκούζη στήν Ἀμερική, πατρ. Παρθενίου Ἀλεξανδρείας, κ. Στυλιανοῦ Αὐστραλίας, κ. Σωτηρίου Καναδᾶ, Γρηγορίου Μ. Βρεττανίας, κ. Μιχαὴλ Αὐστρίας κ.λ.π. αἱρετικῶν “Ἀρχιερέων” τοῦ ἐσβεσμένου Φαναρίου, διότι, ἀκολουθῶντας τοὺς ψευδοδιδασκάλους του, φοβᾶται νὰ ἀντιδράση.

Γιατί φοβᾶται;

Φοβᾶται μὴ βρεθῆ ... «ἐκτὸς ἐκκλησίας»!!!

Ὁποία παραποίησις τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως!

Οἱ μὲν Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ ἱεροὶ Κανόνες νὰ ἐπαινοῦν τοὺς ἀποτειχιζομένους ἀπὸ τὸν κακόδοξον ποιμένα τους, καὶ αὐτοὶ, χωρὶς κανένα πατερικὸ στήριγμα, νὰ λένε, ὅτι θὰ βρεθοῦν ... «ἐκτὸς ἐκκλησίας», ὅσοι ἀντιδράσουν!!!

Δηλαδὴ κατὰ τὴν νεοορθόδοξον αὐτὴν διδασκαλίαν ... “ἐντός τῆς ἐκκλησίας” θεωρεῖται, ὅποιος κοινωνεῖ μὲ τοὺς πατριάρχες, ἐπισκόπους κ.λ.π., καὶ ἂς κηρύσσουν αὐτοὶ αἱρετικά, ... ἐκτὸς δὲ Ἐκκλησίας θεωρεῖται, ὅποιος δὲν κοινωνεῖ μὲ αὐτούς!!!

Ὁποία πλάνη!!!

«Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσὶν», βοᾶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

Ἀντιθέτως, ὅσοι δὲν εἶναι μὲ τὴν ἀλήθεια, οὔτε μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι, «καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσίν».

«Ἐγὼ εἰμί ἡ ἀλήθεια», εἶπεν ὁ Κύριος, ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ κεφαλὴ Αὐτῆς. Ὅποιος εἶναι μὲ τὴν ἀλήθειά Του, πού ἐκφράζει ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, καὶ ἂς μὴ κοινωνεῖ μὲ τοὺς κακοδόξους ποιμένας της. Ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι, τελικῶς, θριαμβεύουν στὸν ἀγῶνα τους κατὰ τῆς αἱρέσεως, αὐτὸ γίνεται, διότι τὸ μέτωπό τους, χωρὶς νὰ κοινωνῆ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους, κατορθώνει τελικῶς, μετὰ ἀπὸ ἔτη ἢ δεκαετίες νὰ ἐπιβληθῆ, καθόσον “οὐδὲν ἰσχυρότερον ἀληθείας.” (Βλ. Ἁγιορείτην, 13, (51), σελ. 3 ).

Ὅπως ἀντιλαμβάνεται κάθε καλοπροαίρετος, τὸ πρωτεῦον εἶναι νὰ εὑρίσκεται κανεὶς ἡνωμένος μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι νὰ κοινωνῆ μὲ τὸν οἱονδήποτε ἐπὶσκοπον, ἔστω καὶ κακόδοξον, ἀπὸ φόβον μὴ βρεθῆ ... «ἐκτός ἐκκλησίας»! Γιαὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος, ὅταν ρωτήθηκε, μὲ ποιὰ Ἐκκλησία κοινωνεῖ, ἀφοῦ ὅλες ἑνώθηκαν καὶ συμφώνησαν μὲ τὴν κακοδοξοῦσαν Κωνσταντινούπολιν, ἀπάντησε:

“Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τὴν ὀρθὴν καὶ σωτήριόν τῆς εἰς αὐτὸν πίστεως ὁμολογίαν... ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεὸς ἀπεφήνατο”. (P.G. 90, 132).

Πρέπει νὰ μένουμε “μέσα στὴν ἐκκλησία” τονίζουν συνεχῶς οἱ Νεοορθόδοξοι «θεοφορούμενοι», στηριζόμενοι σὲ μιὰ νέα, δική τους ἐκκλησιολογία, ἀφοῦ γι᾿ αὐτοὺς μέσα στὴν ἐκκλησία εἶναι αὐτοὶ πού μνημονεύουν τοὺς αἱρετικοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς κακοδόξους ἐπισκόπους τῶν Ρωμαίικων Πατριαρχείων καὶ τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας.

Γιὰ νὰ στηρίξουν, ὅμως, τὸ αὐθαίρετο αὐτὸ κήρυγμά τους δὲν ἐπικαλοῦνται οὔτε ἕνα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιθέτως, ἀναφέρουν γνῶμες διαφόρων νεοφανῶν, ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τιμωμένων ὡς ἁγίων, ὡς τοῦ Παϊσίου καὶ τοῦ Πορφυρίου, πού ἡ διδασκαλία τους στὰ θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεσι μὲ τὴν ὁμόφωνη Ἁγιοπατερικὴ Παράδοσιν καὶ στάσιν.

Δηλαδὴ, μᾶς λένε, μὲ ἄλλα λόγια, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀποτειχίζωνται οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὸν κακόδοξο ποιμένα τους, γιατί τότε θὰ βρεθοῦν τάχα «ἐκτὸς ἐκκλησίας». Τὸ ἀπατηλὸ αὐτὸ σύνθημα ἀλλοιώνει τὴν Πατερικὴ ὁμολογιακὴ παράδοσιν, ἐπισείει ἀπειλὴ στοὺς πιστοὺς, καὶ τοὺς ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν δρόμο τῶν Ἁγίων Πατέρων τους.

Τὸ μνημόσυνον, ὅμως, τοῦ κακοδόξου ἐπισκόπου ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν μὲ τὸ θυσιαστήριό του σημαίνει ταυτότητα πίστεως μὲ τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο καὶ ἄρα κοινωνία μὲ τὴν αἴρεσιν καὶ μολυσμὸν ἐξ αὐτῆς.

Ἡ Ἁγιοπατερικὴ Παράδοσις διδάσκει, ὅτι ὅποιος φεύγει τὸ μνημόσυνο τοῦ κακοδὸξου ἐπισκόπου καὶ χωρίζεται ἀπ᾿ αὐτόν, ὄχι μόνον δὲν καταδικάζεται γιὰ τὸν χωρισμό, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐνδεδειγμένης τιμῆς ἀξιοῦται, ὡς Ὀρθόδοξος, ἐπειδὴ ἐλευθερώνει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ σχίσμα καὶ τὴν αἵρεσι τοῦ ψευδεπισκόπου, ὅπως ἑρμηνεύει τὸν ΙΕ’ κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, ὁ μέγας Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, θέλοντας νὰ προφυλάξη τοὺς πιστοὺς ἀπὸ μερικοὺς ψευδοδιδασκάλους καὶ ψευδοαγίους τῆς ἐποχῆς του ἔγραφε:

«Καθένας πού διδάσκει παρὰ τὰ διατεταγμένα, ἔστω καὶ ἂν νηστεύη καὶ ἂν παρθενεύη, καὶ ἂν κάνη θαύματα, νὰ τὸν θεωρῆς ὡς λύκον μὲ δέρμα προβάτου πού προκαλεῖ τὴν φθορὰ τοῦ ποιμνίου».

Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιὰ κάθε ἕναν πού διαστρέφει τὶς ὀρθόδοξες Πατερικὲς διδαχές, προσθέτει: «ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς εἶναι ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀνάθεμα ἔστω».

Ἂς παραμείνουν, ὅσοι θέλουν σὲ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, γιὰ νὰ εἶναι σὲ συμφωνία μὲ τὶς διδασκαλίες τοῦ Παϊσίου καὶ τοῦ Πορφυρίου καὶ νὰ νομίζουν, ὅτι ἔτσι εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία, παρὰ τὶς ἀντίθετες φωνὲς τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων καὶ ἄς ἀφήσουν ἐμᾶς νὰ εἴμαστε σὲ συμφωνία πίστεως μὲ τὴν ἑνιαία Ἀποστολικὴ καὶ Πατερικὴ Παράδοσιν καὶ Πίστιν τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Πανορθοδόξων Συνόδων, καὶ νὰ εἴμασε ἑνωμένοι μὲ τὴν Θριαμβεύουσαν Ἐκκλησία, τὸ σῶμα τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ Ἁγίων – τῆς ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἐδιώχθησαν γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη ὁμολογία τους ἀπὸ τὰ ἐπίσημα Πατριαρχεῖα καὶ τὴν τότε κρατοῦσα «ἐκκλησία».

Σὲ καιρὸ κηρυσσομένης αἱρέσεως, ὅπως σήμερα, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο του καὶ διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς κακοδόξους καὶ Λατινόφρονας, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ βίος του καὶ τὰ κείμενά του, γι' αὐτὸ καὶ ἐξωρίσθη καὶ ἐδιώχθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα.

Καὶ σήμερα, ὅπως τότε στὴν Φλωρεντία, ὑπεγράφη ἐνωτικὴ συμφωνία στὸ Μπάλαμαντ καὶ στὸ Σαμπεζὺ καὶ ὅλα τὰ Ρωμαίικα Πατριαρχεῖα κοινωνοῦν μὲ τὸ θυσιαστήριο τοῦ Ἀντιοχείας, πού βρίσκεται σὲ πλήρη κοινωνία μὲ τοὺς Μονοφυσίτες καὶ μὲ τὸ θυσιαστήριο τοῦ Βαρθολομαίου, πού ἐπικύρωσε μὲ τὸ οὐνιτικὸ συλλείτουργό του στὸ Βατικανὸ καὶ ἐν συνεχείᾳ, στὸ κοινὸ ἀνακοινωθὲν μὲ τὸν ἀντίχριστο πάπα, τὴν ἐπαίσχυντη συμφωνία τοῦ Μπάλαμαντ.

Ο Ἃγιος Μάρκος διέκοψε τὴν κοινωνίαν πρὸς τὴν τοπικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ πρὸς ὅλους τους ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἑνωτικοὺς, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τοὺς λόγους του, πού ἤδη ἀναφέραμε:

«Καὶ οἱ περισσότεροι ἀδελφοὶ, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὴν δική μου ἐξορία, ἀρχίζουν νὰ ἐκτοξεύουν ἐλέγχους πρὸς τοὺς ἀλιτηρίους καὶ παραβάτας τῆς ὀρθης πίστεως καὶ τῶν πατερικῶν θεσμῶν καὶ νὰ τοὺς διώχνουν ἀπὸ παντοῦ ὡς μιαροὺς, καὶ νὰ μὴν ἀνέχωνται νὰ συλλειτουργοῦν μαζί τους, οὔτε νὰ τοὺς μνημονεύουν καθόλου ὡς χριστιανούς.»

Σήμερα τὰ πράγματα εἶναι πολὺ χειρότερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου, γιατί βεβαίως, ὁ πατρ. Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας, ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος, ὁ πατρ. Παρθένιος Ἀλεξανδρείας, ὁ κ. Στυλιανὸς Αὐστραλίας, ὁ Γρηγόρις Μ. Βρεττανίας, ὁ Ἰάκωβος Ἀμερικῆς, δὲν κοινωνοῦν ἁπλῶς τῇ αἱρέσει μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Λατίνους και τοὺς Μονοφυσίτες, ἀλλὰ εἶναι οἱ ἴδιοι αἱρετικοὶ, γιατί ἔργῳ τε καὶ λόγῳ, μὲ τὶς λειτουργικὲς συμπροσευχές τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς, καὶ μέ τὶς συγκρητιστικές τους διακηρύξεις ἐπ᾿ ἐκκλησίαις, σὲ κάθε περίστασιν, κηρρύσουν τὴν φοβερώτερη ὅλων τῶν αἱρέσεων ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ εἶναι ἄρνησις τῆς ὑποστάσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.



Ὁ μολυσμὸς τοῦ Ὀρθοδόξου θυσιαστηρίου

ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς.



Ὅποιος μνημονεύει τὸν κηρύσσοντα αἵρεσιν ἐπίσκοπον, κοινωνεῖ μὲ τὴν αἵρεσίν του καὶ μολύνεται ἀπὸ τὴν αἵρεσιν, ὄχι μόνον ἂν εἶναι ἱερεὺς ἀλλὰ καὶ τὸ ποίμνιον πού τὸν ἀκολουθεῖ κι αὐτό μολύνεται.

Γι αὐτὸ ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς γράφει:

«Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, ὅλες οἱ Θεῖες Γραφὲς μᾶς προτρέπουν νὰ φεύγουμε τοὺς ἐτερόφρονας καὶ νὰ μὴν ἔχουμε κοινωνία μὲ αὐτοὺς”. (P.G. 99, 1049Α).

«Ἐπειδὴ ἔχει μολυσμὸν ἡ κοινωνία καὶ μόνον μὲ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος, -(σ. σ. : τοῦ αἱρετικοῦ Εἰκονομάχου δηλ. ἐπισκόπου ἐπί Εἰκονομαχίας ἢ τοῦ αἱρετικοῦ Οἰκουμενιστοῦ σήμερον)-, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὀρθόδοξος ὁ ἀναφέρων» κατὰ τὸν Ἅγιον Θεόδωρον τὸν Στουδίτην (P.G. 99, 1669Α).

Καὶ πάλιν ὁ Ἅγιος διδάσκει, ἀναφερόμενος στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο: «Ὁ Χρυσόστομος κατηγορηματικὰ καὶ μὲ μεγάλη σαφήνεια δὲν θεώρησε μόνον τοὺς αἱρετικοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους πού κοινωνοῦν μὲ αὐτούς”. (P.G. 99, 1049 Α).

Καὶ οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες, γράφοντες πρὸς τὸν Λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγον, ἀποφαίνονται:

«Καὶ πῶς θὰ τὰ ἀνεχθῆ ἡ ψυχὴ τοῦ Ὀρθοδόξου αὐτὰ καὶ δὲν θὰ χωρισθῆ ἀμέσως ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν μνημονευσάντων, καὶ πῶς δὲν θὰ τοὺς θεωρήση, ὅτι καπηλεύθηκαν τὰ Θεῖα;... Διότι ἔχει μολυσμόν ἡ κοινωνία καὶ μόνον ἀπὸ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ (σ.σ. τοῦ Λατινόφρονος), ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὀρθὸδοξος ὁ ἀναφέρων». (Βλ. Θεοδωρήτου Ἱερομονάχου, «Τό ἀντίδοτον», Ἀθῆναι 1990, σελ. 148).

Καὶ πάλιν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης διδάσκει: «Φυλάξετε ἀκόμη τοὺς ἑαυτούς σας ἀπὸ τὴν ψυχοφθόρον αἵρεσιν τῆς ὁποῖας ἡ κοινωνία εἶναι ἀποξένωσις ἀπὸ τὸν Χριστὸν» καὶ «Οἱ μὲν (σ.σ. αἱρετικοὶ) ναυάγησαν ἐντελῶς εἰς τὴν πίστιν οἱ δέ, ἂν καὶ δὲν κατεποντίσθησαν στὸ φρόνημα, ὅμως χάνονται μαζὶ μὲ αὐτούς, ἐπειδὴ κοινωνοῦν μὲ τὴν αἵρεσιν»! (P.G. 99, 1275 C, 1164 A)

Ἔχει διορίσει γιὰ τοὺς ἱερωμένους πού ἔχουν ἁλωθεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς νὰ ἐμποδίζωνται ἀπὸ τὸ νὰ ἱερουργοῦν... Διότι διαφορετικὰ, πῶς θὰ φανῆ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα σ᾿αὐτοὺς πού πρόδωσαν τὴν ἀλήθεια καὶ σ᾿ αὐτοὺς πού ἔμειναν ὀρθόδοξοι; (σ.σ. Πῶς θά φανῆ ἡ διαφορά) ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς πού μὲ γενναιότητα ἔχουν ἀθλήσει (σ. σ. ὑπὲρ τῆς Πίστεως) καὶ σ᾿ ἐκείνους πού καθόλου δὲν θέλησαν νὰ πάθουν τὸ παραμικρὸ γιὰ τὸ καλό;... (P.G. 1636 D ἑξ.).

Ἂν δεχθοῦμε αὐτοὺς πού κοινωνοῦν μὲ τὸ κακόδοξο θυσιαστήριο τοῦ πατρ. Βαρθολομαίου καὶ τοὺς μνημονεύοντες αὐτόν, καὶ ἂν ποῦμε, ὅτι τάχα δὲν ὑπάρχει κανένας κίνδυνος μολυσμοῦ, τότε πότε καὶ ποιὸς θὰ κατορθώση νὰ σταματήση τὴν πορεία τῶν κακοδόξων; Πότε οἱ πιστοὶ θὰ ἀντιληφθοῦν, ὅτι κηρύσσεται αἵρεσις προκειμένου νὰ ἀντιδράσουν;

Καὶ γι' αὐτὸ ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ἀπερίφραστα διδάσκει καὶ προτρέπει στὴν ἀποτείχισι ἀκόμη καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του μὲ τὴν διαθήκη του:

«Ὅπως σὲ ὅλη μου τὴν ζωὴ ἤμουν διαχωρισμένος ἀπὸ αὐτούς, ἔτσι καὶ τὸν καιρὸ τῆς ἐξόδου μου καὶ ἐπίσης μετὰ τὴν ἀποδημία μου, ἀποστρέφομαι τὴν σχέσιν καὶ ἕνωσιν μαζί τους, καὶ σας ἐξορκίζω καὶ σᾶς παραγγέλλω κανένας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μὴν πλησιάση στὴν κηδεία μου ἢ στὰ μνημόσυνά μου ἢ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐκδήλωσιν τῆς δικῆς μας μερίδος, ὥστε νὰ ἐπιχειρήσουν νὰ συναχθοῦν ἀπὸ κοινοῦ ἢ νὰ συλλειτουργήσουν μὲ τοὺς ἰδικούς μας. Διότι αὐτὸ θὰ σήμαινε νὰ ἀναμειχθοῦν αὐτὰ πού δὲν ἀναμειγνύονται. Καὶ πρέπει ἐκεινοι εἰς ὅλα νὰ εἶναι χωρισμένοι ἀπὸ ἐμᾶς, μέχρις ὅτου δώσει ὁ Θεὸς τὴν καλὴν διόρθωσιν καὶ εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ. (Patrologia Orientalis, Τόμος 25, σελ. 347, 348, Βέλγιο, 1973).


Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος τῆς Αἴγινας

Ἁναγνωρίστηκε καί ἐπίσημα ἡ ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου τῆς Αἴγινας!

Ὁ Ὅσιος πατήρ ἡμῶν Ἱερώνυμος
 OsiouGeronymou9  
Φωτογραφία ἀπό τήν ἐπίσημη Θεία Λειτουργία τῆς ἁγιοκατατάξεως τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἱερωνύμου τῆς Αἰγίνης
Σημεῖα τῆς ἁγιότητος τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου εἴχαμε καί στήν οἰκογένειά μας, ὅταν πρό δεκαπέντε ἐτῶν πηγαίναμε νά προσκυνήσουμε τόν ἅγιο Νεκτάριο στήν Αἴγινα, μετά ἀπό τραγικό ἀτύχημα, πού συνέβη στήν κορούλα μας, τήν τρίχρονη τότε Κωνσταντίνα μας!
Τήν εἶχε καταπλακώσει τεράστια σιδερόπορτα καί σώθηκε ἡ μικρή μας ἀπό θαῦμα τοῦ Ἁγίου! 
Δίπλα στό σπίτι μας εἶναι ἐκκλησία τοῦ ἀγίου Νεκταρίου, πού τόν ἔχουμε προστάτη ἀπό πολλά χρόνια στό σπίτι μας! Στή συνέχεια ἀποκτήσαμε καί δεύτερο γυιό καί τοῦ δώσαμε τό ὄνομα τοῦ μεγάλου μας Ἁγίου!
Μᾶς εἶχε πολύ ἀγγίξει ἡ ἡσυχαστική ζωή τοῦ Ὁσίου Γέροντα Ἱερωνύμου, ὅταν γιά πρώτη φορά διαβάσαμε γιά τόν Ἅγιο σέ βιβλίο πού μᾶς δώρησαν στή Γερμανία, πρίν ἀπό είκοσιπέντε χρόνια περίπου.

Πηγαίνοντας τώρα πρός τήν Αἴγινα, εἴχαμε ἔντονη τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας καί τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου, τήν φωτογραφία τοῦ ὁποίου τήν ἴδια μέρα εἴδαμε ἔκπληκτοι νά δεσπόζει σέ μεγάλη βιτρίνα κεντρικοῦ καταστήματος κοντά στή Μητρόπολη τῆς Ἀθῆνας!
Τότε ἀκολουθούσαμε ἀκόμη τό Νέο ἡμερολόγιο.
Ἀπό τόν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ναυπάκτου κάναμε ἀρκετές έκπομπές, ἀναφερόμενοι κυρίως στήν διδασκαλία καί τόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου καί γράψαμε πολλές φορές γιά τόν Ὅσιο καί πολλοί άδελφοί ἀκούγοντας καί διαβάζοντας τήν θαυμαστή του διδασκαλία ἀλλοιώθηκαν τήν καλήν ἀλλοίωσιν καί ἀκολούθησαν τό πάτριον Ἑορτολόγιο.
Ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου ἔγινε ἡ αἰτία νά γνωρίσουμε μέ τήν οἰκογένειά μας τήν Ἐκκλησία τῶν Πατέρων μας, καί ὁ Ἅγιος ὑπῆρξε ὁ ἐμπνευστής καί τῆς δικῆς μας ἀποτειχίσεως ἀπό τήν ψυχοκτόνο αἵρεση τοῦ οἰκουμενιστικοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ.
Ἔκτοτε τόν τιμᾶμε πανηγυρικά κάθε χρόνο, στίς 3 Ὀκτωβρίου, καί πρίν ἀπό τήν έπίσημη διαπίστωση τῆς ἁγιότητάς του, ψἀλλοντας τήν ἀκολουθία του.
π. Νικόλαος Δημαρᾶς.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ἀναγνώριση καί ἀπό τήν Πολιτεία τῆς Κανονικῆς Ἀποστολικῆς διαδοχῆς τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων


Ἰνστιτοῦτο Ἀστικοῦ καί Εὐρωπαϊκοῦ Δικαίου
Διευθυντής: Νικόλαος Δημαρᾶς Δρ.Ν. Ἒκτ. καθ. τοῦ Ἀστικοῦ, τοῦ Ἐμπορικοῦ καί τοῦ Ἐργατικοῦ Δικαίου 
Πάτρα - Ἑλλάς, Μηδείας 9, 26332
Patra-Hellas
Τηλ. Τηλεομ. - (Tel. u. Fax): 2610-334086 26340-31805
κιν. (mob.Tel.): 6946210872
e-mail: dikaio@otenet.gr
website: users.otenet.gr/~dikaio
dikaio-dikaio.blogspot.com

Πάτρα, 15.01.2013

Γνωμοδότηση

γιά τό Νομικόν καθεστώς καί τήν ἀναγνώριση 
ἀπό τήν Πολιτείαν
καί τήν Ἑλληνικήν Δικαιοσύνην τῶν Παλαιοημερολογιτῶν
(Ἐκκλησίας ΓΟΧ Ἑλλάδος)

Ι. Στήν συνεδρίαν τῆς Βουλῆς στίς 22.01.1931 ὁ τότε πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος Ἐλευθέριος Βενιζέλος τόνισε μέ ἒμφαση τά ἑξῆς:
"... Ἡ Κυβέρνησις δέν ἒχει κανένα λόγο νά ἐπεμβαίνῃ, ὃπως ἀπαγορεύει εἰς τούς θέλοντας νά ἀκολουθοῦν τό παλαιόν Ἡμερολόγιον τήν ἐκτέλεσιν συμφώνως μέ αὐτό τῶν θρησκευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Ἡ φυσική, λοιπόν, διέξοδος εἶναι νά κάμουν αὐτοί μίαν ἰδικήν των Ἐκκλησίαν, τήν Ἐκκλησίαν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Καί τούς εἶπον. Ἂν δέν τήν κάματε, νά συνέλθετε, καθ' ὃ ἒχετε δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, αὐτοῦ τοῦ ὁποίου κατάχρησιν κάνουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, νά συνεταιρισθῆτε καί νά κάμετε τήν Ἐκκλησίαν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, νά κανονίσετε τά τῆς ἐκλογῆς τῶν ἱερέων σας καί τῶν ἐπισκόπων σας ἀκόμη, διότι δέν εἶναι οὒτε αἱρετικοί, οὒτε σχισματικοί οἱ ἐπιμένοντες εἰς τό παλαιόν ἡμερολόγιον. Νά εἶσθε βέβαιοι ὃτι ἡ Κυβέρνησις ἐμπνεομένη ἀπό τάς ἀρχάς τῆς ἀνεξιθρησκείας καί τῆς πλήρους ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, θά σᾶς βοηθήσῃ μέ κάθε τρόπον..."

Αὐτό τό ὁποῖο θεώρησε ὡς αὐτονόητο ὁ μεγάλος Ἕλληνας πολιτικός, στή συνέχεια ἐπιβεβαίωσε ἡ Πολιτεία μέ εἰδική δήλωση πού περιελήφθη στό Σύνταγμα τοῦ 1975, διά γνωμοδοτήσεων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους καί μέ Ὑπουργικές ἀποφάσεις, ἀλλά καί σταθερά ἡ Δικαιοσύνη μέ πάγια Νομολογία τῶν δικαστηρίων ὃλων τῶν βαθμῶν καί ἰδιαίτερα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καί τοῦ Ἀρείου Πάγου:
Βλ. ἀποφάσεις 378 καί 379 τοῦ 1980 τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατά τίς ὁποῖες οἱ Παλαιοημερολογίτες δέν εἶναι οὒτε σχισματικοί οὒτε αἱρετικοί.
Βλ. καί τίς πρόσφατες ἀποφάσεις 494/1997 καί 495/1997 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
Βλ. καί Γνωμοδότηση τῆς Ὁλομέλειας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, 304/1977, καί 794/1986.
Καταλυτικές εἶναι ἐπί τοῦ θέματος καί οἱ ἀποφάσεις 4801/1937 Τριμελοῦς Πλημ/δικείου Ἀθηνῶν, 4799/1938 καί 2176/1939 Μονομελοῦς Πλημ/δικείου Θεσσαλονίκης, 2016/1939 Πλημ/δικείου Λαμίας, 468/1940 Τριμελοῦς Πλημ/δικείου Ἡρακλείου, 100/1946 Ἐφετείου Κρήτης, 529/1947 Πλημ/δικείου Καβάλας, 1704/1947 Πλημ/δικείου Χαλκίδος, 1056/1948 Τριμελοῦς Πλημ/δικείου Θεσσαλονίκης, 1344/1964 Βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/δικείου Πειραιῶς, 1209/1972 Μονομελοῦς Πλημ/δικείου Πειραιῶς, 230/1973 Τριμελοῦς Ἐφετείου Θράκης, 1554, 1974 Τριμελοῦς Πλημ/δικείου Δράμας, 713/1983 Μονομελοῦς Πλημ/δικείου Χίου, 146/1990 Τριμελοῦς Πλημ/δικείου Δράμας, 2538/1990 Πλημ/δικείου Θηβῶν.

ΙΙ. Εἰδική δήλωση περιελήφθη στό Σύνταγμα τοῦ 1975, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί Παλαιοημερολογῖται δύνανται νά τελοῦν ἀκωλύτως τά λατρευτικά τους καθήκοντα.
Οἱ Παλαιοημερολογίτες:

Ἀναγνωρίζονται ἀπό τό Κράτος ὡς Ὀρθόδοξοι Κληρικοί, Ἀπόφαση 30.09.1985 Ὑπουργείου Ὑγείας Πρόνοιας καί Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων.

Τελοῦν ἀνεμπόδιστα ὃλες τίς Ὀρθόδοξες ἱεροπραξίες σέ ἰδιαίτερους Ναούς, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦν ἢ ἀνεγείρονται μέ κανονική κρατική ἂδεια, κατά τίς ἐγκυκλίους Χ.Ο.Π. 137/15.10.81 καί 91/01.06.82.

Τά τελούμενα ἀπό αὐτούς μυστήρια, (Βαπτίσεις, Γάμοι), ἀναγνωρίζονται ἀπό τήν Ἑλληνική Δικαιοσύνη, βλ. Γνωμοδότηση Εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου, Ἂγγελου Μπουρόπουλου, 1/71 τοῦ 1947, Θεμις ΝΗ΄, σελ. 70-71 καί ἀπόφαση Πολυμελοῦς Πλημ/δικείου Πειραιῶς 1513.
Σύμφωνα μέ σχετικά πρόσφατη ἀπόφαση 613/02.04.1996 τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τά Μυστήρια τῶν ὀρθοδόξων τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου καταχωροῦνται καί στά Ληξιαρχικά Βιβλία τῶν Ἑλληνικῶν Προξενείων τοῦ Ἐξωτερικοῦ.
Βλ. καί τήν ἀπόφαση τῆς Ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας 1444/1991 καί τήν πρόσφατη γνωμοδότηση τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου 2/2005.

Ἡ Ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μέ ἐπίσημα ἔγγραφα

  • Μετὰ τὴν ἀθεϊστικὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917 εἰς τήν Ρωσίαν ἕνα πολύ μεγάλο τμῆμα τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐξῆλθεν τῆς χώρας καὶ διεσπάρη εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἡπείρους τῆς ὑφηλίου, ὀργανωθὲν, Πατριαρχικαῖς εὐλογίαις τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Τύχωνος, ὡς Ἀνεξάρτητος Ἐκκλησιατικὴ Δικαιοδοσία μετὰ Συνόδου Ἱεραρχίας, Κλήρου, Μοναχισμοῦ καὶ πολυπληθοῦς ποιμνίου.
Ἡ οὕτως ἀποκληθεῖσα «Ρωσικὴ Ὀρδόδοξος Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς» ἀπετέλει ἀνέκαθεν μίαν μαρτυρίαν Ὀρθοδοξίας καὶ Ὀρθοπραξίας, ἰδίως διὰ πολλῶν ἁγίων Ἀρχιερέων Αὐτῆς καὶ ἑτέρων ἐπιφανῶν μελῶν Της. Ὑπεστήριζε δὲ ἐνθέρμως τὸ Πάτριον Ἐκκλησιαστικὸν Ἡμερολόγιον καὶ ἀντετάχθη εἰς τὰς καινοτομίας ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὸν 20ο αἰῶνα, ὡς καὶ εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ κατεδίκασεν Συνοδικῶς ἐν ἔτει 1983, ἐπὶ Πρωθιεραρχίας τοῦ ἁγιωτάτου Ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου († 1985)

Ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, οἵτινες ἀπετέλεσαν τήν γνησίαν συνέχειαν τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας1, κατὰ τὰ ἔτη 1960 καὶ 1962, ἔλαβε τὰς ἐπισκοπικάς χειροτονίας ἡ Ὀθόδοξος Ἐκκλησία τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀντιοικουμενιστῶν Ὀρθοδόξων, τῶν ἀκολουθούντων τὸ Πάτριον Ἐκκλησιατικὸν Ἡμερολόγιον.


ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ 
Γ.Ο.Χ ΕΛΛΑΔΟΣ

 Παραθέτουμε τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα περὶ τῶν χειροτονιῶν τῆς Ἱερᾶς συνόδου τῶν ἀκολουθούντων τὸ Πάτριον (Ἰουλιανὸν) Ἑορτολόγιον ἐν Ἑλλάδι, διὰ τοὺς ἀμφιβάλλοντας περὶ τῆς κανονικότητος αὐτῶν ἤ ἀμφιβάλλοντας διὰ τὴν τέλεσιν καὶ ἀναγνώρισιν τούτων.

Ἡ ἐορτολογικὴ καινοτομία τοῦ 1924 ἐπεδίωξεν, ὅπως ἐπιβληθῇ διὰ πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν μέσων. Διὸ διέβαλεν τοὺς Ὀρθοδόξους κατ’ αὐτῆς Ἱεράρχας καὶ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγωνιζομένους καὶ δὴ τοὺς ἀποτειχισμένους ἐκ τῶν καινοτόμων, ὡς δῆθεν "ἐκτὸς ἐκκλησίας" καὶ ἐστερημένους τῆς θείας χάριτος καὶ ἰσχυρῶν μυστηρίων.

Τὰ μυστήρια θεωροῦνται ἄκυρα καὶ ἀνύπαρκτα καὶ ἀνυπόστατα, ὅταν ὁ τελῶν αὐτὰ ἔχει ὑποστεῖ τὸ μέγα ἀνάθεμα. Τοιοῦτοι ἀναθεματισμένοι εἶναι οἱ Παπικοὶ καὶ τὸ ἀποβλάστημα αὐτῶν οἱ Προτεστάντες. Διὸ τὰ μυστήρια αὐτῶν εἶναι ἄκυρα, ἀνύπαρκτα καὶ ἀνυπόστατα. Ἡ χάρις τῆς ἱερωσύνης ἐκλείπει ἐπίσης, ὅταν ἑνώνεται ἱερεύς ἤ ἀρχιερεύς μετά ἤδη καταδικασθέντων καί ἀναθεματισθέντων αἱρετικῶν κατά τούς α΄ καί β΄ Ἱερούς Κανόνες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ (Ρ.Ο.Ε.Δ.)
ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΑΣΤΙΑΝΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
( ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ )
 agios filaretos ths rwsikhs ekklhsias ths diasporas 01
Ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος εἰς τό μέσον μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπον Αὐξέντιον ἀριστερά αὐτοῦ καί τόν μακαριστόν Μητροπολίτην τῆς Συνόδου μας Πέτρον Ἀστορίας.

Ἐπειδὴ ἡ γνωστὴ μέθοδος πολεμικῆς τῆς ἀληθείας κατὰ τοῦ κανονικοῦ καί ἐγκύρου της Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, ἐπανέρχεται κατὰ καιροὺς εἰς τὸ προσκήνιον, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, μέχρι σημείου κατάκριτοι Νεοημερολογίται «ἀρχιερεῖς» καὶ «ἱερεῖς» (!) νὰ ἐπαναλαμβάνουν ἀθεοφόβως μυστήρια, τελεσθέντα ὑπὸ ἡμετέρων κληρικῶν, μέχρι καὶ ἀναχειροτονίας μάλιστα ἀσυνειδήτων παλαιοημερολογιτῶν κληρικῶν, ἐπὶ βλασφημίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐθεωρήθη καθῆκον νὰ δοθῆ μία εἰσέτι καὶ τελικὴ ἀπάντησις ἐν συνεχείᾳ προηγουμένων, ἐκ πηγῶν ἐχουσῶν τὸ κῦρος ποὺ ἐπιζητοῦν μερικοὶ δῆθεν «ἐπιφανεῖς» θεολόγοι καὶ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐρωτοῦν, «ποιὰ Ἐκκλησία σᾶς ἀναγνωρίζει;»

1) Στὰ τέλη τοῦ ἔτους 1960 μετέβη εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀκάκιος Παππᾶς, ὅστις καὶ ἐχειροτονήθη ὑπὸ δύο κανονικῶν ἐπισκόπων της Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῇ Διασπορ, ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ντιτρόιτ καὶ Σικάγου Σεραφεὶμ (Ivanov) καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Θεοφίλου (Ionesko), ὡς Ἐπίσκοπος Ταλαντίου, στὶς 9 Δεκεμβρίου 1960, στὸν Καθεδρικὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Νικολάου Σικάγου.
 
2) Τὸν Μάιο τοῦ 1962, ἦλθεν ἀπὸ τὴν μακρινὴν Λατινικὴν Ἀμερικήν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χιλῆς Λεόντιος (Ρ.Ο.Ε.Δ.), μὲ μεγάλον κίνδυνον νὰ συλληφθῇ ἀπὸ τὶς Ἀρχὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅστις τῇ συνεργείᾳ τοῦ Ἐπισκόπου Ταλαντίου κυροῦ Ἀκακίου Παππᾶ, προέβη σὲ νέες χειροτονίες πρὸς συγκρότησιν Κανονικῆς Συνόδου.
Στὸ ἄκουσμα ὅτι τελικῶς ἕνας ξένος καὶ κανονικὸς Ἐπίσκοπος ἦλθε στὴν Ἑλλάδα νὰ συνδράμῃ τὸν ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, οἱ Ἀστυνομικὲς Ἀρχὲς ἐξαπέλυσαν ἀνθρωποκυνηγητὸ σὲ ὅλες τὶς Μονὲς τῆς Ἀττικῆς, πρὸς σύλληψιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Λεοντίου καὶ τὴν ἀπέλασίν του ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.
Ὁ μακαριστὸς Λεόντιος, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι κατεζητεῖτο, ἐκρύβη γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες μέσα στὴν καρβουναποθήκη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Παιανίας.
Καὶ ἐρωτῶμεν: Ποῖος καί μάλιστα Ἀρχιερεύς κανονικῆς καθ' ὅλα Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, θὰ ἐπιχειροῦσε τέτοιο πολυέξοδο καὶ ἐπικίνδυνο ταξίδι, ἂν στὰ πρόσωπο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀκακίου δὲν ἀνεγνώριζε ἕνα γνήσιον ἀδελφὸν καὶ κανονικὸν συλλειτουργὸν;

3) Τὸ ἔτος 1969, ἡ Ρ.Ο.Ε.Δ. ἐπὶ Πρωθιεραρχίας τοῦ ἀλήστου μνήμης ἁγίου Μητροπολίτου τῆς Μεγάλης Ρωσσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς Φιλαρέτου, ἀνεγνώρισε τάς χειροτονίας τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, διότι ἐτύγχανε νὰ εἶναι καὶ ἡ παρασχοῦσα ἡμῖν τὸ μέγα τῆς Ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα.

Παραθέτουμε τὰ γνήσια ἀντίτυπα τῆς ἀναγνωρίσεως.

Ὅπως συνάγεται ἀπό τό ὡς ἄνω ἀπόσπασμα τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος
τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καί ἡ ἰδία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παραδέχεται ὅτι, ἄν καί ἀνεξάρτητος, ἐσωτερικῶς εἶναι ἑνωμένη μέ τίς ἄλλες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες διά τῆς πνευματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦσαι μίαν καί μόνην τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί συνεπῶς δέν δύναται νά χωρισθῃ τῶν λοιπῶν καί ἀποδεχθῆ νέον ἡμερολόγιον, χωρίς νά καταστῆ σχισματική ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Πρᾶγμα τό ὁποῖον ἐποίησεν, δίχως νά συγκληθῆ Πανορθόδοξος Σύνοδος καί κατέστη σχισματική, ἔναντι τῆς Καθόλου Ἐκκλησίας, διασπάσασα τήν ἐπί 1600 ἔτη ἄρρηκτον ἑορτολογίκήν Πατερικήν ἑνότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τά ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 24, τῆς 25ης Ἰανουαρίου 1924) διαλάμβανόμενα, ἐπρέσβευεν ὀρθῶς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πρό τῆς ἐπαράτου ἡμερολογιακῆς ἀλλαγῆς. Ὡστόσο, καινοτομοῦσα, ἀντικανονικῶς εἰσήγαγε τό Νέον Παπικόν ἡμερολόγιον τό 1924 καί κατέστη, καί κατά τήν ἰδίαν της διακήρυξιν σχισματική!

'Απόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου τοῦ Θεολόγου-καθηγητοῦ Σταύρου Καραμήτσου Γαμβρούλια, "Αἱ χειροτονίαι τῶν Γ.Ο.Χ. ἀπό κανονικῆς ἐπόψεως", Ἀθῆνα 1997, σελ. 39, τῇ ἐπιμελείᾳ καί συμπράξει τοῦ π. Νικολάου Δημαρᾶ, Δρος Νομικῆς.

 Τόν Δεκέμβριον τοῦ ἰδίου ἔτους κατέφθασεν ἡ κάτωθι ἐπιστολή μέ ἀνάγλυφον σφραγίδα καί ὑπογεγραμμένη ἀπό ὅλην τήν Ἱερά Σύνοδο τῶν Ρώσων Ἐπισκόπων τῆς Διασπορᾶς,
τό πρωτότυπον τῆς ὁποίας δημοσιεύεται ἀνωτέρω.
Ἡ ἐπιστολή ἔχει ὡς ἑξῆς:

ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ
ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΕΝ ΤΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ
. 
18/31 Δεκεμβρίου 1969
.72 East 93D STREET, NEW YORK 28, Ν.Υ.
Tel: LEhigh 4-1601

Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μακαριότητα Αὐξέντιον
Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων
Χριστιανῶν Ἑλλάδος.
Κανιγγος 32 - Ἀθήνας, Ἑλλάδα.

Μακαριώτατε,

Ἡ ἀδελφικὴ ἐπιστολὴ τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος τῆς 25ης Νοεμβρίου 1969, ἀνεγνώσθη εἰς Συνεδρίασιν τῆς Συνόδου Ἡμῶν σήμερον. Αἱ πολλαὶ δοκιμασίαι τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς ἱστορίας της, εἶναι ἰδιαιτέρως μεγάλαι κατὰ τοὺς χαλαιποὺς καιρούς, τοὺς ὁποίους διερχόμεθα καὶ συνεπῶς ἀπαιτοῦν μεγαλυτέραν καὶ ἰσχυροτέραν ἑνότητα μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀληθῶς ἀφοσιωμένοι εἰς τὴν πίστιν τῶν Πατέρων μας. Μὲ τὰ αἰσθήματα αὐτὰ ἐπιθυμοῦμεν ἅπαξ ἔτι νὰ σᾶς πληροφορήσωμεν ὅτι ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων της Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Διασπορ, ἀναγνωρίζει τὴν ἰσχὺν τῶν ἐπισκοπικῶν χειροτονιῶν τοῦ εὐλογημένης μνήμης, προκατόχου Ὑμῶν, μακαρίτου Ἀρχιεπισκοπου Ἀκακίου καὶ τὰς ἐν συνέχειᾳ χειροτονίας, ἐν τῇ Ἱερ Ὑμῶν Ἐκκλησίᾳ. Συνεπῶς, καὶ λαμβανομένων ὑπ' ὄψιν καί διαφόρων ἄλλων περιστατικῶν, ἡ Ἀρχιερατικὴ ἡμῶν Σύνοδος, θεωρεῖ τὴν Ἱεραρχίαν Ὑμῶν ὡς Ἀδελφούς, ἐν Χριστῷ, ἐν πλήρει κοινωνίᾳ μεθ' ἡμῶν.
Εἴθε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μετὰ τοῦ Κλήρου καὶ τῶν Πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας Ὑμῶν, ἰδίως κατὰ τὰς προσεχεῖς ἡμέρας τῆς ἐν σαρκὶ Γεννήσεως ἡμετέρου Κυρίου καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων
+ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ
.
Τὰ Μέλη
+ ΝΙΚΩΝ Ἀρχ/πος Οὐασιγκτῶνος καὶ Φλώριδας
+ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Ἀρχ/πος Σικάγου καὶ Ντητρόιτ
+ ΒΙΤΑΛΙΟΣ Ἀρχ/πος Μόντρεαλ καὶ Καναδᾶ
+ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ἀρχ/πος Λὸς Ἄντζελες καὶ Τέξας
+ ΑΒΕΡΚΙΟΣ Ἀρχ/πος Συρακουσσῶν καὶ Τρόισκυ
+ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ἀρχ/πος Δυτ. Ἀμερικῆς καὶ Σὰν Φραντζίσκο
+ ΣΑΒΒΑΣ Ἐπίσκοπος Ἔντμοντου
+ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ Ἐπίσκοπος Σηάτλ
+ Ἀνδρέας Ἐπίσκοπος Ρόκλαντ
Ὁ Γραμματέας τῆς Συνόδου
+ ΛΑΥΡΟΣ Ἐπίσκοπος Μανχάταν

4) Πέραν τούτων, καὶ ἄλλοι τινὲς ἐπικριτὲς καὶ κατήγοροι, θέλοντες νὰ ἐκφύγουν τὸν σκόπελον τῆς πλαστογράφου κατηγορίας περὶ ἀνυπάρκτου ἱερωσύνης, μεταχειρίζονται ὡς ἐπιχείρημα τὸ «ὑπερόριον» δῆθεν τῆς χειροτονίας ἡμῶν, ἄμοιροι ὡς φαίνεται τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, καὶ διὰ τοῦτο ἀγνοοῦντες τὰς ἐξ ἀνάγκης ἐν διωγμῷ λαβοῦσας χώραν χειροτονίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν πρώτων μαρτυρικῶν διωγμῶν, πρὸς στηριγμὸν τῆς διωκωμένης χριστιανικῆς πίστεως, καθὼς καὶ ὁ θεῖος Παῦλος γνωματεύει: «ἐν καιρῷ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται» ( Ἑβρ. Ζ΄, 12).
Χαρακτηριστικὸν παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Εὐσεβίου Σαμοσάτων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, ἐξόριστος ὤν, ἐνεδύθη στρατιωτικὰ ἐνδύματα καὶ περιήρχετο τὰς κώμας καὶ τὰς χώρας χειροτονῶν «ὑπερορίως» κληρικοὺς παντὸς βαθμοῦ, ἀκόμη καὶ Ἐπισκόπους, ὅπου εὕρισκεν ὁμόφρονα Ἀρχιερέα διὰ νὰ συμπράξῃ.

Θὰ πρέπῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς κανονικότητός μας νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν τῶν ἀντιφρονούντων ὅτι: εἰς τὰς 27-8-1921 ὁ Μητροπολίτης τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς Ἀναστάσιος, προκάτοχος τῆς προεδρίας τῆς Συνόδου τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, συνέπραξε μετὰ τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Δαμιανοῦ εἰς τὴν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίαν τοῦ Τιμοθέου, μετέπειτα Πατριάρχου Ἱεροσολύμων καὶ διαδόχου του Δαμιανοῦ.
Ὅσοι, λοιπόν, ἀμφισβητοῦν τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν τῶν Γ.Ο.Χ., θὰ πρέπῃ νὰ ἀμφισβητοῦν καὶ τὴν τῶν Ἱεροσολυμιτῶν.
Ἀλλὰ καὶ προσφάτως, ὅταν ἡνώθη ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς μετὰ τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, οἱ Ἀρχιερεῖς της, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοὶ, ἀνεγνωρίσθησαν ὡς κανονικοὶ, δίχως ἀναχειροτονίαν, χειροθεσίαν ἢ ἄλλην τινὰ διαδικασίαν.
Βεβαίως εἶναι γεγονὸς, ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως δὲν εἶναι ἱκανοποιημένον ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, διότι εἰς τὴν ἐνημερωτικὴν ἐπιστολήν τοῦ τότε Πατριάρχου Μόσχας Ἀλεξίου περὶ τοῦ γεγονότος τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ὁ κ. Βαρθολομαῖος δὲν ἀπήντησε καὶ δὲν ἐξέφρασε γνώμην, γεγονὸς τὸ ὁποῖον φανερώνει τὴν ἀμηχανίαν του δι’ αὐτὸ ποὺ συνέβη, καθὼς δὲν θὰ δύναται νὰ βάλλη ἀνέτως πλέον κατὰ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς τῶν Γ.Ο.Χ., ὥστε νὰ δικαιολογεῖ ἀναβαπτισμοὺς καὶ ἀναχειροτονίας Ὀρθοδόξων "παλαιοημερολογιτῶν".
Θέλομεν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι, οἱ μὴ ἐξ ἐμπαθείας παρακινούμενοι Νεοημερολογίται κληρικοὶ παντὸς βαθμοῦ, πληροφορούμενοι διὰ τοῦ παρόντος τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἀνακαλέσουν τὴν ἀστήρικτον συκοφαντίαν των καὶ θὰ μετανοήσουν διὰ τὴν θεοστυγῆ τόλμην των τῆς ἐπαναλήψεως κανονικῶν καί κατ' ἐξοχήν ὑποστατῶν μυστηρίων.
Τό, ἂν τινὲς παρείσακτοι καὶ ἐγκάθετοι ψευδεπίσκοποι καὶ ψευδοϊερεῖς ὑποκρίνονται τὸν παλαιοημερολογίτην κληρικὸν πρὸς παραπλάνησιν τῶν ἀφελῶν διὰ χριστεμπορίαν, αὐτὸ εἶναι ἄλλον θέμα καὶ μᾶλλον πρὸς ἐκείνους ἐνδεικτικῶς ἔδει νὰ ἀναφέρονται οἱ πολέμιοι τῆς μαρτυρικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἀρκεῖ, βεβαίως, εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπὸ Θεοῦ ἀναγνώρισις, καθόσον τυγχάνομεν κανονικῶς κεχειροτονημένοι καὶ δὲν διεσαλεύθημεν εἰς τὸ παράπαν ἀπὸ τῆς Ἀποστολικῆς καὶ Πατερικῆς παραδόσεως, οὔτε ἠκολουθήσαμεν τὴν παράνομον καὶ ἀντικανονικὴν, (ἄνευ ἀποφάσεως πανορθοδόξου Συνόδου), εἰσαγωγὴν τοῦ Συνοδικῶς κατεδικασμένου Παπικοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ἀλλὰ καὶ οὔτε ὑπακούοντες στὴν αἱρετικὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1920. Πιστοὶ εἰς τὴν ἐντολὴν τῆς Ἐκκλησίας «Μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια ἃ οἱ Πατέρες σου ἔθεντο», ἀγωνιζόμεθα τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς Πίστεως ἐν μέσῳ σκοπέλων, στερήσεων καὶ κατὰ καιροὺς σκληρῶν διωγμῶν ὑπὸ αὐταρχικῶν «ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων» της Κρατικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, μισούντων τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐκπεσόντων τῆς Χάριτος.

Μᾶλλον οἱ Νεοημερολογίται θὰ πρέπῃ νὰ ἔχουν ἀμφιβολίας διὰ τὸ κῦρος τῆς κανονικότητός των.
Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχη μόνον ἱστορικὴ ἀλληλουχία τῆς διαδοχῆς τῶν χειροτονιῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μέχρι τῶν Ἐπισκόπων τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Πρέπει οἱ δεχόμενοι τὴν χάριν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων νὰ διακρατοῦν καὶ τὴν πίστιν Αὐτῶν ἀπαραχαράκτως κατὰ τό: «Καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος τῶν Ἀποστόλων γενόμενος», ὡς ψάλλει ἡ Ἐκκλησία.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐλέγχουν τοὺς αἱρετικοὺς ὅτι διὰ τῆς ἐτεροδιδασκαλίας διέκοψαν τὴν ἀποστολικὴν διαδοχὴν των (βλ. Ἁγίου Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρετικῶν ΙΙΙ3, Ἁγίου Ἱερωνύμου, Ἐπιστολή 84).

Οἱ σημερινοὶ Νεοημερολογίται "ἀρχιερεῖς", οἱ ὁποῖοι φρονοῦν τὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ συμπροσεύχονται κοινωνοῦντες πνευματικῶς ἀλλά καί ἐν τῇ πράξει ἀσυνειδήτως μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων, δὲν «μετέχουν τῶν τρόπων» τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἄρα δὲν δικαιοῦνται νὰ θεωροῦν ἑαυτοὺς διαδόχους τῶν θρόνων των.
Διότι κατὰ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον τὸν Θεολόγον:
«Τὸ μὲν γὰρ ὁμόγνωμον καὶ ὁμόθρονον, τὸ δὲ ἀντιδοξον καὶ ἀντίθρονον καὶ ἡ μὲν προσηγορίαν, ἡ δὲ ἀλήθειαν ἔχει διαδοχῆς» (Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τὸν μέγαν Ἀθανάσιον, η΄, ΡG 35, 1089).
Δηλαδή: «Ἡ ταυτότητα πίστεως εἶναι καὶ ταυτότητα θρόνου, ἐνῶ ἡ διαφορὰ πίστεως εἶναι καὶ διαφορὰ θρόνου».

Ἀπό τήν ὡς ἄνω ἀναφερθεῖσαν κανονικήν Σύνοδον χειροτονήθηκε καί ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. κυρός Χρυσόστομος, ὡς ἐκλεγείς ὑπό ὅλων τῶν παραρτημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας καί κατασταθείς Ἀρχιεπίσκοπος ὑπό τῆς κανονικῆς Συνόδου τῶν Ἀρχιερέων.
Μετά τήν κοίμησιν τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιερέως κυροῦ Χρυσοστόμου, ἡ κανονική Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος ἐξέλεξεν ὡς Ἀρχιεπίσκοπον τόν νῦν προεδρεύοντα τῆς Συνόδου Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν κύριον - κύριον Καλλίνικον Σαραντόπουλον.

Ὁ Γνωμοδοτῶν,
Ἐπίκουρος Καθηγητής
καί διευθυντής τοῦ Ἰνστιτούτου Ἀστικοῦ καί Εὐρωπαϊκοῦ Δικαίου
DR. Jur. Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Δημαρᾶς


1 Ὅσοι ἔμειναν στήν μπολσεβικήν Ρωσίαν, -πλήν τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων, πού ἐκλήθησαν κατακομβίται, καθ' ὅτι ἠναγκάζοντο διωκόμενοι νά λειτουργοῦν κρυπτόμενοι, ὅπως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί- ἀκολούθησαν τόν ψευδοπατριάρχην Σέργιον, πειθήνιον ὄργανον τοῦ Σιωνιστικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ὅστις ὑπῆρξεν ὁ αἱρεσιάρχης τῆς αἰρέσεως τοῦ Σεργιανισμοῦ.

 https://fb.watch/sgj_c7HBY7/