Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Γιατί ὁ Θεός δημιουργεῖ τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ γνωρίζει ὡς Παντογνώστης, ὅτι θά παρακούσουν καί θά χάσουν τόν παράδεισο καί θά ὑποφέρουν ἀπό τίς συνέπειες τοῦ θανάτου πού ἐπέλεξαν;



(Ποιά εἶναι ἡ ζωή στό νῦν καί στόν μέλλοντα αἰῶνα ὅσων δέν θά ἐκλέξουν νά ζήσουν σύμφωνα μέ τό Φῶς τοῦ Εὐαγγελίου;)


Ὁ Μεγάλος Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας στόν λόγο τῶν Χριστουγέννων ἐκφράζει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό μέγα μυστήριο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.

" Ὁ Θεός ἀπολάμβανε τήν μεγαλοπρέπεια τῆς αἰώνιας δόξης Του... Ἡ δόξα εἶναι ἡ ἀποκάλυψη, ἡ φανέρωση, τό ἀπαύγασμα, τό ἔνδυμα τῆς ἐσωτερικῆς τελειότητος.

Ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται καθ´ ἑαυτόν μέ τήν προαιώνια γέννηση τοῦ ὁμοουσίου Υἱοῦ Του καί μέ τήν προαιώνια ἐκπόρευση τοῦ ὁμοουσίου Πνεύματός Του, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ἑνότητά Του ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι ἀπαστράπτει δόξης ὑποστατικῆς, ἀθάνατης καί ἀναλλοίωτης.

Ὁ Θεός Πατήρ εἶναι "Πατήρ δόξης" (Ἐφ. α΄, 17). Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι "ἀπαύγασμα τῆς δόξης Αὐτοῦ" (Ἑβρ. α΄, 3) καί Αὐτός ὁ Υἱός εἶχε τήν δόξαν παρά τῷ Πατρί "πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι" (Ἰωάν. ιζ΄, 5).

Ὁμοίως τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι Πνεῦμα δόξης (Α΄ Πέτρου δ΄, 14).

Σέ αὐτήν τήν δόξα πού ἐνυπάρχει φυσικά, ὁ Θεός ζῆ σέ τέλεια μακαριότητα, πάνω ἀπό κάθε δόξα, χ ωρίς νά χρειάζεται κανένα μάρτυρα, χωρίς νά χρειάζεται κανένα μερισμό.

Ἀλλά, ὅπως στήν εὐμένειά Του καί στήν ἄπειρη ἀγάπη Του ἐπιθύμησε νά ἀνακοινώσει τήν μακαριότητά του, νά κάνει κι ἄλλους εὐτυχεῖς μετόχους στή δόξα Του, ἀναδεικνύει τίς ἄπειρες τελειότητές Του κι αὐτές ἀποκαλύπτονται μέσα στά δημιουργήματά Του. Ἡ δόξα Του φανερώνεται στίς οὐράνειες δυνάμεις, καθρεφτίζεται μέσα στόν ἄνθρωπο, ντύνεται τήν μεγαλοπρέπεια τοῦ ὁρατοῦ κόσμου. Τήν παραχωρεῖ σ΄ αὐτούς πού κάνει ἱκανούς νά τήν δεχτοῦν, ξαναγυρίζει σ' Αὐτόν, καί μέσα σ΄ αὐτήν τήν αἰώνια περιέλιξη, γιά νά μιλήσουμε ἔτσι, τῆς Θείας δόξης, συνίσταται ἡ μακάρια ζωή, ἡ εὐτυχία τῶν πλασμάτων. 19

Ἀφότου ἐνανθρώπησε ἡ Θεότητα, ὅλα τά δῶρα τῆς θεϊκῆς Του δύναμης, πού ἀνῆκαν στή ζωή καί στήν εὐσέβεια, μᾶς ἔχουν παραχωρηθεῖ (Β΄ Πέτρου α΄, 3). Καί γι΄ αὐτό θά εἶναι ἡ ἀναπηρία μας πλημμυρισμένη ἀπό Θεϊκή δύναμη, τό ψεῦδος μας θά σβηστεῖ ἀπό τήν θεϊκή ἀλήθεια, τά σκοτάδια μας θά πλημμηρίσουν ἀπό τό Θεϊκό φῶς... Νά τό ἔνδοξο μυστήριο καί ἡ μυστηριώδης δόξα τῆς ἡμέρας αὐτῆς! Οἱ οὐράνιοι ὑπηρέτες τοῦ φωτός ἀντίκρυσαν πρίν ἀπό μᾶς τήν αὐγή τῆς δόξης αὐτῆς, κι εὐθύς ἀμέσως μᾶς προειδοποίησαν καί ἐκραύγασαν:

Δόξα στόν Θεό πού βρίσκεται στά ὕψη τῶν οὐρανῶν.

Τώρα δέν βρισκόμαστε στήν αὐγή, ἀλλά στήν ὁλόφωτη ἡμέρα τῆς δόξης αὐτῆς. Ἄς Τόν δοξολογήσουμε κι ἐμεῖς. Ἄς ὑψωθεῖ μέ τήν σειρά της ἡ δοξολογία μας πρός τούς κατοίκους τῶν οὐρανῶν".20


Ἡ ἐλευθερία τῆς ἀνθρώπινης βούλησης ἀποτελεῖ τό σημαντικότερο δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο κατά τήν δημιουργία του.

Κατά θαυμαστό τρόπο κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος μέν νά ἐκλέγει καί νά ἐνεργεῖ, ὡστόσο ἡ τελική ἔκβαση τῶν πράξεών του ἐλέγχεται ἀπό τόν Θεό, μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἡ ἐλευθερία αὐτή νά μήν παραβλάπτει τό γενικότερο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τά ὄντα. Ἀντίθετα, καί οἱ ἁμαρτωλές ἐπιλογές τοῦ ἀνθρώπου καταλήγουν θαυμαστά νά ὑπηρετοῦν τίς βουλές τοῦ Κυρίου.

Οἱ προπάτορες δέν ἦσαν ἀμετάπτωτα ἑδραιωμένοι στό ἀγαθό, ἀλλά χρειάζονταν ἠθική τεκμηρίωση, ἐκγύμναση καί ἐξάσκηση, γιά τήν στερέωσή τους.

Αὐτό θά τό πετύχαιναν μέ τήν ἁρμονική συνεργασία τοῦ αὐτεξουσίου τους μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, πλάσθηκαν αὐτεξούσιοι οἱ πρωτόπλαστοι, ὑπῆρχε πάντα ἡ δυνατότητα, ἡ ἐλεύθερη βούληση τῶν ἀνθρώπων νά στραφεῖ καί πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνση.

Αὐτό ὄντως συνέβη στούς πρωτοπλάστους πού ἔλαβαν μιά ἐξωτερική ἀφορμή, ἀφοῦ ὑποκινήθηκαν ἀπό τόν μισόκαλο διάβολο, πού πρῶτος εἶχε κάνει τήν ἐπιλογή νά ὑπάρξει χωρίς τόν Θεό, στηριζόμενος στίς δικές του δυνάμεις καί μακριά ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό εἶχε ἀποτελέσει καί γιά τόν διάβολο τήν κύρια αἰτία τῆς ἔκπτωσής του ἀπό τήν Θεία Χάρη. Ἔτσι περιβλήθηκε τήν κακία καί ἀποδείχθηκε προσωπικός φορέας τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας.

Μετουσιώθηκε στήν κακία καί εἶναι γιά πάντα πλέον ἀνεπίδεκτος μετανοίας καί σωτηρίας.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Ὠριγένη περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, ἄρα καί τῶν δαιμόνων, καταδικάστηκε ἐπίσημα ἀπό τήν Ἐκκλησία στήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, (α΄ ἀνάθεμα κατά Ὠριγένους δοξασιῶν).

Τό ἔργο τῶν δαιμόνων εἶναι τό νά ἀντιστρατεύονται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί ὑποκινούμενοι ἀπό φθόνο καί μίσος, μηχανεύονται κατά τῶν ἀνθρώπων πολλές μεθοδεῖες, ὥστε νά τούς παρασύρουν μέ τό μέρος τους στό σκότος τό ἐξώτερον καί στό πῦρ τό αἰώνιον τῷ ἡτοιμασμένῳ τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.

Ἡ δύναμη τῶν δαιμόνων δέν εἶναι, βέβαια, ἀπεριόριστη. Ὑπόκειται στόν ἀπόλυτον ἔλεγχο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος παραχωρεῖ ἁπλά στόν διάβολο νά πειράζει τούς ἀνθρώπους, καί μάλιστα τούς εὐσεβεῖς, γιά νά στερεώνονται αὐτοί στό ἀγαθό καί νά προκόβουν στήν ἀρετή. Τά πνεύματα αὐτά δέν μποροῦν νά ἐπηρεάσουν τήν βούληση τῶν ἀνθρώπων πρός τό κακό. Δελεάζουν ὅμως μέ τήν ἁμαρτία καί τήν εἰσηγοῦνται παρακινῶντας στήν κακή ἐπιλογή.

Ἴσως νά εἴχαμε κάποια δικαιολογία νά φέρουμε ἐνώπιον τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου, ἐπειδή χάσαμε τόν Παράδεισο, ἔστω κι ἄν τόν χάσαμε μέ δική μας ὑπαιτιότητα καί ἐπιλογή. Καί αὐτή ὅμως ἡ κατ΄ ἐπίφαση δικαιολογία μας δέν στέκει ἀπό τήν στιγμή πού ὁ Θεός τόσο πολύ ἀγάπησε τόν ἄνθρωπο, ὥστε ἔδωσε τόν μονογενῆ Του Υἱό νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς, γιά νά μήν χάνεται κανείς πού θά πιστεύει σ΄ Αὐτόν καί θά ζῆ σύμφωνα μέ τίς ἐντολές Του.

Ὅ,τι πολυτιμότερο εἶχε ὁ Θεός μᾶς τό ἔδωσε μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ Του καί Θεοῦ μας, πού ἔπαθε γιά μᾶς ὡς ἄνθρωπος, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε ὡς Θεός, συναναστήσας τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά μᾶς ἀναμορφώσει στό ἀρχαῖο κάλλος πού εἴχαμε πρίν τήν παρακοή.

Ἄν εἶχε, κατά τόν Ἅγιο Ἰσαάκ τόν Σῦρο, κάτι πολυτιμότερο ἀπό τόν μονογενῆ Υἱό Του καί ἐκεῖνο θά μᾶς τό ἔδινε γιά νά ξαναβοῦμε τήν ζωή καί τήν δόξα στήν ὁποία κληθήκαμε νά μετάσχουμε, ἀλλά ὁ Θεός δέν εἶχέ τι πολυτιμότερο γιά νά μᾶς δώσει.


Δημιουργεῖ ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσίν Του. Ἡ τέλεια καί ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Υἱός Του, κατ΄ εἰκόνα τοῦ Ὁποίου δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος.

Ἀφοῦ προγνωρίζει ὁ Πανυπεράγαθος Θεός ὅτι ὁ ἄνθρωπος θά καταχραστεῖ ἑκουσίως τήν ἐλευθερία Του καί θά πέσει, δέν τόν ἄφησε ἀβοήθητο.

Τόν τίμησε ἐξαιρετικά μέ τό νά τόν πλάσει κατ΄ εἰκόνα Του, τόν ἔβαλε στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς καί τοῦ ὑποσχέθηκε ἀθανασία ζωῆς μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του.

Ἀλλά ἀφοῦ παρήκουσε Τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ πού τόν δημιούργησε, καί ὑποτάχθηκε στήν ἀπάτη τοῦ ὄφεως καί νεκρώθηκε μέ τά δικά του παραπτώματα, τόν ἐξόρισε μέσα στήν δικαιοκρισία του ὁ Θεός ἀπό τόν Παράδεισο στόν κόσμο αὐτό, καί τόν ἀπέστρεψε στήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐλήφθη, οἰκονομώντας ταυτόχρονα τήν σωτηρία του μέ τήν παλιγγενεσία πού συνετελέσθη ἀπό τόν Χριστόν τόν Θεόν μας.

Διότι δέν ἀπεστράφη ἀμετάκλητα τό πλάσμα Του πού δημιούργησε ὁ ἀγαθός Θεός, οὔτε λησμόνησε τό ἔργον τῶν χειρῶν Του, ἀλλά τό ἐπισκέφθηκε πολυτρόπως κατά τήν εὐσπλαχνία τοῦ ἐλέους Του.

Ἐξαπέστειλε προφῆτες, ἐποίησε δυνάμεις διά τῶν Ἁγίων Του πού Τόν εὐαρέστησαν σέ κάθε γενιά, μᾶς μίλησε μέ τό στόμα τῶν δούλων Του τῶν Προφητῶν, προκαταγγέλοντάς μας τήν μέλλουσα σωτηρία μας.

Μᾶς ἔδωσε τόν νόμο σέ βοήθεια καί Ἀγγέλους ὡς φύλακες.

Ὅταν δέ ἦλθε τό πλήρωμα τῶν καιρῶν μᾶς μίλησε μέ Αὐτόν τόν Ἴδιον τόν Υἱόν Του, δι΄ οὗ ἐποίησε τούς αἰῶνες.

Ἔστειλε τόν Υἱό Του, πού προσέλαβε τήν σάρκα μας καί λογική ψυχή καί ἔγινε ὁμοούσιος μέ μᾶς κατά τήν ἀνθρωπότητα χωρίς τήν ἁμαρτία.

Θέωσε τήν σάρκα καί τήν ψυχή καί μᾶς ἔδωσε τήν δυνατότητα μέ τήν Ἀνάστασή Του ἐκ νεκρῶν νά μετάσχουμε καί πάλι τῆς ζωῆς καί τῆς δόξης ἐκείνης πού ἔχει καί Αὐτός ἀειδίως πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι, ἀφοῦ συνανέστησε τόν Ἀδάμ.


Δυνάμει, μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα, ἐμβολιαζόμαστε στό Ἀναστημένο καί Θεωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παίρνουμε τά ἐφόδια γιά δεχτοῦμε τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ.

Μετέχοντας τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων μετέχουμε τῆς Θείας φύσεως (τῆς ἀκτίστου Χάριτος), κατά τόν Ἀποστολο Παῦλο, γενόμενοι κοινωνοί Θείας Φύσεως.

Γινόμαστε κοινωνοί τοῦ ἀκτίστου Φωτός καί τῆς ἀθάνατης καί αἰώνιας δόξης τοῦ Θεοῦ καί πάλι, ἐκείνης τῆς δόξης πού θέλησε ὁ Θεός ἐξ ἀρχῆς νά μᾶς ἀνακοινώσει καί νά μᾶς κάνει μετόχους.

Ὅπως στήν ἀρχή στήν εὐμένειά Του καί στήν ἄπειρη ἀγάπη Του θέλησε νά ἀνακοινώσει τήν μακαριότητά του καί νά κάνει κι ἄλλους εὐτυχεῖς μετόχους στή δόξα Του, ἔτσι καί πάλι ἀναδεικνύει τίς ἄπειρες τελειότητές Του μέσα ἀπό τά Ἅγια Μυστήρια αὐτή τήν φορά. Κι αὐτές οἱ ἄπειρες τελειότητες, οἱ ἄκτιστες ἐνέργειές Του ἀποκαλύπτονται μέσα στά δημιουργήματά Του, ἀλλά κατ΄ ἐξοχήν σ΄ ἐκείνους πού Τόν ἀγάπησαν σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά μήν ζοῦν ἐκεῖνοι πλέον, ἀλλά νά ζῆ ἐν αὐτοῖς ὁ Χριστός, στούς Ἁγίους ὅπως μᾶς φανέρωσε ὁ Μέγας Παῦλος.


Ὁ Ἅγιος Μέγας Βασίλειος θεολογεῖ καί διδάσκει τά ἑξῆς ἀναφερόμενος στήν κατ’ εἰκόνα δημιουργίαν τοῦ ἀνθρώπου:

«Υἱοῦ μέν καί Πατρός πᾶσα ἀνάγκη τήν αὐτήν εἶναι μορφήν, θεοπρεπῶς δῆλον ὅτι τῆς μορφῆς νοουμένης, οὐκ ἐν σχήματι σωματικῷ, ἀλλ’ ἐν ἰδιώματι τῆς Θεότητος.

Ἄκουε καί σύ ὁ ἐκ τῆς νέας κατατομῆς, ὁ τόν Ἰουδαϊσμόν πρεσβεύων ἐν Χριστιανισμοῦ προσποιήσει.

Τίνι λέγει «κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν»;

Τίνι ἄλλῳ γε, ἤ τῷ ἀπαυγάσματι τῆς δόξης, καί χαρακτῆρι τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, ὅς ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου;

Τῇ ἰδίᾳ τοίνυν εἰκόνι, τῆ ζώση, τῇ εἰπούσῃ «ἐγώ καί ὁ πατήρ ἕν ἐσμέν» καί «ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν πατέρα», ταύτῃ λέγει ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν».

Μέ ἄλλους λόγους ὁ Μ. Βασίλειος, ἀναφερόμενος καί στό Φιλιπ., 2, 5-11

συσχετίζει τήν κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ κατασκευήν τοῦ ἀνθρώπου

πρός τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, ὡς εἰκόνα αὐτοῦ (πρό τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως).

Τοῦτο ἐκφράζεται σαφέστερα στόν κατά Εὐνομίου λόγον Β΄ § 16 τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπου λέγονται τά ἀκόλουθα:

«Νοεῖν δέ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, οὐ κατά τάς τεχνιτάς ταύτας ὕστερον ἀπεργασθεῖσαν πρός τό ἀρχέτυπον, ἀλλά συνυπάρχουσαν καί παρυφεστηκυίαν τῷ πρωτοτύπῳ ὑποστήσαντι, τό εἶναι τό ἀρχέτυπον, οὖσαν, οὐκ ἐκτυπωθεῖσαν διά μιμήσεως, ὥσπερ ἐν σφραγίδί τινι τῆς ὅλης φύσεως τοῦ Πατρός ἐναποσημανθείσης τῶ Υἱῷ».

Ὅλα αὐτά ἄν τά συνοψίσουμε σημαίνουν ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ τελεία Αὐτοῦ εἰκών καί τό ἀπαύγασμα τῆς Θείας δόξης, ἔλαβε διά τῆς Θείας ἐνσαρκώσεως μορφήν καί σχῆμα ἀνθρώπου (Φιλιπ. 2, 7), ἀκριβῶς διότι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καί διότι τοῦτο ἀμαυρώθηκε μέ τήν παράβαση τῶν Πρωτοπλάστων.

Ἔτσι νοεῖται ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ κατά πάντα τελεία εἰκών Αὐτοῦ, πού ἔχει ὡς σκοπόν τήν ἀποκατάστασιν τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως.


Πῶς, λοιπόν, ὁ Μέγας Βασίλειος ὑπολαμβάνει τό ὅτι ὁ Ἀδάμ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πρίν σαρκωθεῖ ὁ Χριστός μας;

Πῶς ἐξηγεῖ τό «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν;»

Κατ’ εἰκόνα τίνος;

Τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ μας!

Θεολογεῖ ὁ Μέγας Φωστήρ τῆς Καισαρείας!

Ἡ Παναγία Τριάς, ἑπομένως, δημιουργεῖ τόν ἀνθρωπον, ὅπως ἀποκαλύπτει ἡ Ἁγία Γραφή, ὅταν εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν, πρίν σαρκωθεῖ ὁ Υἱός.

Καλεῖται ὁ Ἀδάμ κατά τήν στιγμήν τῆς δημιουργίας ἀπό τόν Τριαδικόν Θεόν νά ὁμοιάσει πρός τόν Θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν,

πού θά σαρκωθεῖ μελλοντικά ἐν χρόνῳ

ἐκ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μας εἶναι «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» καί ἀπεκάλυψεν ἡμῖν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς (Κολ. 2, 9, πρβλ. καί Ἰω. 1, 9).


Τά αὐτά διδάσκει καί ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος:

«Ἐν τοῖς πρόσθεν χρόνοις ἐλέγετο μέν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ γεγονέναι τόν ἄνθρωπον, οὐκ ἐδείκνυτο δέ. Ἔτι γάρ ἀόρατος ἦν ὁ Λόγος, οὗ κατ’ εἰκόνα ὁ ἄνθρωπος ἐγεγόνει. Διά τοῦτο δή καί τήν ὁμοίωσιν ῥαδίως ἀπέβαλεν. Ὁπότε δέ σάρξ ἐγένετο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τ’ ἀμφότερα ἐπεκύρωσε. Καί γάρ καί τήν εἰκόνα ἔδειξεν ἀληθῶς, αὐτός τοῦτο γενόμενος, ὅπερ ἦν ἡ εἰκών αὐτοῦ, καί τήν ὁμοίωσιν βεβαίως κατέστησεν, συνεξομοιώσας τόν ἄνθρωπον τῷ ἀοράτῳ Θεῷ».21

Ὁ Μ. Βασίλειος, ὅπως καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος καί ὁ Μέγας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀντιλαμβάνονται τήν στενή σχέση μεταξύ τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου και τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρό καί μετά τήν Θείαν ἐνσάρκωσίν Του, ὡς εἰκόνος τοῦ ἀοράτου Θεοῦ.

«Ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών τοῦ Πατρός, ὁ συμφυής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γενόμενος ἄνθρωπος, ἔδειξε καί τήν εἰκόνα καί τό πρωτότυπον καί καθ’ ἥν εἰκόνα ὁ Ἀδάμ εἰς ἀνθρώπου φύσιν διεμορφώθη.»22

Ἀλλά καί τήν ὁδόν καί τήν ἀλήθειαν τῆς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ μακαρίας ζωῆς παντός ἀνθρώπου, διψῶντος τήν σωτηρίαν.

--------------------------------------
19 Chois de sermons et discours de Mgr Philarete, A. Serpinet, Pariw, 1866, p. 3-4.
20 ὅ. π. pp. 8-9
21 Ἁγίου Εἰρηναίου, Κατά αἱρέσεων, 5, 16, 2, ΒΕΠΕΣ 5, 166,11-17
22 Μ. Φωτίου, PG 101, 260

Ἡ συκοφαντία τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Φραγκολατίνους καί τούς Προτεστάντες καί ὁ Πανυπεράγαθος Θεός τῶν Ὀρθοδόξων



Ἡ κόλαση ὑπάρχει ὡς κατάσταση ἀπαραμύθητη φωτιᾶς ἄσβεστης καί σκότους ἐξωτέρου.
Ἡ ὓπαρξή της ὃμως δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν Θεϊκή ἀπόφαση.
Ἡ κόλαση δημιουργεῖται ἀπό τά ἲδια τά δημιουργήματα. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τῶν ἀνθρώπων.
Σ΄ αὐτήν τήν ζωή ἡ κόλαση ἐκφράζεται ὅπως τήν προσλαμβάνει ἡ ἀνθρώπινη φύση πού ἔπεσε, ὡς κόπο ἀσθένεια, θλίψη, πόνο, στεναγμό, φθορά καί θάνατο, καί στήν μέλλουσα ὡς πῦρ ἄσβεστο καί ὡς σκότος ἐξώτερο.
Εἶναι ἡ κόλαση ἀνθρώπινο δημιούργημα, ἒξω τρόπον τινά, ἀπό "τήν τάξη τῆς δημιουργίας". 23
Οἱ Φράγκοι τῆς ἐσκοτισμένης Δύσεως καί οἱ ἐκφραγκευμένοι ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων διδάσκουν ἀδικαιολογήτως μετά τοῦ Αὐγουστίνου ὃτι ἡ μετάδοση τῆς ἐνοχῆς τοῦ Ἀδάμ σέ ὃλη τήν ἀνθρωπότητα θεωρεῖται ὡς προπατορικόν ἁμάρτημα.
Οἱ ἐσκοτισμένοι καί ἐκπεσόντες τῆς Ὀρθοδόξου ἀληθείας οὐδόλως ὑποψιάζονται ὃτι ἡ φθορά καί ὁ θάνατος δέν εἶναι ἐκ Θεοῦ.
Συκοφαντοῦν τόν Θεόν οἱ Λατῖνοι καί βλασφημοῦν εἰς τό Πνεῦμα τό Ἃγιον, ὃταν δογματίζουν αἱρετικῶς στήν Σύνοδο τοῦ Τριδέντου τό 1546 καί στόν πρῶτο Κανόνα της ὃτι "ὃποιος δέν ὁμολογήσει ὃτι ὁ πρῶτος ἂνθρωπος, ὁ Ἀδάμ ... ἐπέφερε μέ τήν παράβασή του τήν ὀργή καί τήν ἀγανάκτηση τοῦ Θεοῦ, καί γιαὐτό τό λόγο τόν θάνατο, μέ τόν ὁποῖο προηγουμένως τόν ἀπείλησε ὁ Θεός νά εἶναι ἀναθεματισμένος".
Ὁ Θεοφώτιστος ὃμως Μέγας Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος κατήσχυνε μέ τήν διδασκαλία του τούς ἐσκοτισμένους Λατίνους, δίδαξε ὀρθοδόξως ὃτι "ἡ μέν τοῦ κατά ψυχήν θανάτου ἀπόφασις, ἣν εἰς ἒργον ἢγαγεν ἡμᾶς ἡ παράβασις κατά δικαιοσύνην τοῦ κτίσαντος, ἐγκαταλιπόντας γάρ κατέλιπεν ὡς αὐτοβούλως γεγονότας μή βιασάμενος. Ἡ μέν οὖν ἀπόφασις ἐκείνη προαναπεφώνηται παρά τοῦ Θεοῦ φιλανθρώπως, καθ' ἃς αἰτίας εἰρήκαμεν. Ἀνέσχε δέ καί ὑπερέθετο τήν ἀπόφασιν τοῦ κατά σῶμα θανάτου πρότερον, καί ἡνίκα ταύτην ἐξήνεγκε βάθει σοφίας καί φιλανθρωπίας ὑπερβολῇ πρός τό μέλλον τήν εἰς ἒργον ἒκβασιν ταύτην ἐταμιεύσατο, μή πρός τόν Ἀδάμ εἰπών: ἐπιστράφηθι ὃθεν ἐλήφθης, ἀλλά γῆ εἶ, καί εἰς γῆν ὑποστρέψεις. Ἒνι δέ τοῖς συνετῶς ἀκούουσι καί τῶν τοιούτων λόγων ἰδεῖν, ὣς ὁ Θεός, οὐ ψυχῆς οὐδέ σώματος ἐποίησε θάνατον.
Οὒτε γάρ πρότερον εἶπε προτάσσων, θάνετε ἣν ἂν ἡμέραν φάγητε, ἀλλ΄ ἀποθανεῖσθε ἣν ἂν ἡμέραν φάγητε. Οὒτε νῦν, εἰς γῆν ἐπίστρεψον εἶπε, ἀλλ' ὑποστρέψεις, προαναγγέλων καί ἐφιείς καί μή κωλύων σύν δίκῃ τό ἐκβησόμενον".24
Ἒτσι καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει:
" Ὃσον γάρ ἀφίστατο τῆς ζωῆς, τόσον προσήγγιζε τῷ θανάτῳ. Ζωή γάρ ὁ Θεός, στέρησις δέ τῆς ζωῆς θάνατος. Ὣστε ἑαυτῷ τόν θάνατον ὁ Ἀδάμ διά τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασε, κατά τό γεγραμμένον, ὃτι ἰδού οἱ μακρύνοντες ἀπό σοῦ ἀπολοῦνται. Οὓτως οὐχί Θεός ἒκτισε θάνατον25, ἀλλ΄ ἡμεῖς ἑαυτοῖς ἐκ πονηρᾶς γνώμης ἐπεσπασάμεθα. Οὐ μήν οὐδέ ἐκώλυε τήν διάλυσιν διά τάς προειρημένας αἰτίας, ἳνα μή ἀθάνατον ἡμῖν τήν ἀρρωστίαν διατηρήσῃ26.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διδάσκει: "Οἱ δέ ἂνθρωποι ἀποστραφέντες τά αἰώνια καί συμβουλίᾳ τοῦ διαβόλου εἰς τά τῆς φθορᾶς ἐπιστραφέντες, ἑαυτοῖς αἲτιοι τῆς ἐν τῷ θανάτῳ φθορᾶς γεγόνασι". 27
Ὁ σωματικός θάνατος δέν ἐπικράτησε ἀμέσως μετά τήν παράβαση. Τοὒναντίον, κατά τήν Ἁγία Γραφήν οἱ πρωτόπλαστοι ἒζησαν πολλά χρόνια μετά τήν παρακοή.28 Πρώτα "ἡ ἁμαρτία δι΄ ἑνός ἀνθρώπου εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας" ὁ πνευματικός θάνατος (στέρηση τῆς Θείας Χάριτος) καί μετά ἀπό χρονικό διάστημα καί ὁ σωματικός.
Ὁ ἀπολογητής Θεόφιλος Ἀντιοχείας γράφει γιά τούς πρωτοπλάστους μετά τήν παρακοή:
" Ὁπότε οὖν ἐθεάσατο ὁ σατανᾶς οὐ μόνον τόν Ἀδάμ καί τήν γυναῖκα αὐτοῦ ζῶντας, ἀλλά καί τέκνα πεποιηκότας, ἐφ' ὧν οὐκ ἴσχυσεν θανατῶσαι αὐτούς φθόνῳ φερόμενος, ἡνίκα ἑώρα τόν Ἂβελ εὐαρεστοῦντα τῷ Θεῷ, ἐνεργήσας εἰς τόν ἀδελφόν αὐτοῦ τόν καλούμενον Κάϊν ἐποίησεν ἀποκτεῖναι τόν ἀδελφόν αὐτοῦ τόν Ἂβελ. Καί οὓτως ἀρχή θανάτου ἐγένετο εἰς τόνδε τόν κόσμον ὁδοιπορεῖν ἓως τοῦ δεῦρο ἐπί πᾶν γένος ἀνθρώπων".29
Ὁ σατανᾶς θά ἢθελε πολύ νά θανατώσει διά μιᾶς ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα, ἀλλά δέν μπορεῖ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Αὐτός πού ζωοποιεῖ τά πάντα. Τόν θάνατο ὁ διάβολος τόν ἐπιφέρει ἐμμέσως μόνον μέ τήν ἁμαρτία καί μέ τήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεόν. Ἡ ἁμαρτία φέρνει τόν θάνατο. " Ὁ μέν κατ΄ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γεγονός χωρισθέντος ἀπ΄ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τοῦ δυνατωτέρου (δηλ. τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), θνητός γίνεται" κατά τόν Τατιανόν.30
Οὒτε βεβαίως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει πουθενά ὃτι ὁ θάνατος εἶναι ἐκ Θεοῦ τιμωρία ὃλων τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ, ἐπιτρέπει ὃμως στόν ἂνθρωπο, ἐάν τό θελήσει, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπ΄ Αὐτόν καί ἒτσι νά στερηθεῖ τήν ζωή.
 
Συμπεράσματα
Ἀπό τά ἀναφερθέντα χωρία συνάγεται ὃτι, κατά τούς Ἓλληνες Πατέρες, ὁ Θεός ἐπέτρεψε τήν "τιμωρία" καί ταλαιπωρία τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν φθορά καί τόν θάνατο τοῦ σώματος, ἓνεκα εὐσπλαχνίας, γιά νά μή γίνει τό κακόν ἀθάνατον, καί μέ τήν θέα καί μελέτη τοῦ θανάτου νά ἐννοήσει ὁ ἂνθρωπος τήν ἀσθένειάν του καί τήν ἐξάρτησή του ἀπό τόν Θεόν, γιά τήν σωτηρία του καί ἒτσι νά ταπεινωθεῖ καί νά μετανοήσει καί μέσα ἀπό δοκιμασίες καί πειρασμούς νά τελειοποιηθεῖ.
Ἒτσι, λοιπόν, ὁ Θεός δέν ἐπέβαλε τόν θάνατο, τήν φθορά καί τίς ἀσθένειες, ἓνεκα κάποιας προσβολῆς τῆς Θείας φύσεως, ὃπως διδάσκουν οἱ Λατῖνοι, ἀλλά τά ἐπέτρεψε, ἓνεκα τῆς εὐσπλαχνίας Του, μέ σκοπό τήν σωτηρία καί τήν θέωση τῶν ἀνθρώπων.31
Ὁ θάνατος ὑπάρχει στόν κόσμο σάν κάποιο παράσιτο, παρά τήν θέληση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέν θέλει τόν θάνατο. Ἐν τούτοις ὅμως δέν ἐνεργεῖ τήν καταστροφήν του, μέχρις ὅτου ἑτοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά ἀποδοχή τῆς ζωῆς.
Ὁ Ἀδάμ εἶναι γενάρχης, δηλ. ἡ φυσική ρίζα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Στόν βαθμό πού οἱ ἄνθρωποι συνδεόμαστε μέ τόν προπάτορα μέ τήν βιολογική μας γέννηση, κληρονομοῦμε καί τήν φύση ἐκείνου πού ἔπεσε στήν ἁμαρτία καί τήν φθορά.
Αὐτή ἡ ἑνότητα τῆς φύσεως κάνει κατανοητή τήν μετάδοση τῆς ἀσθένειας καί τῆς φθορᾶς, μέ τόν ἴδιο τρόπο, πού ἀπό μία σάπια ρίζα μόνον σάπιοι καρποί εἶναι δυνατόν νά προέλθουν. Μέ αὐτό τόν τρόπο κατανόησαν τό ζήτημα καί οἱ ἐπιφανέστεροι ἀπό τούς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.32
" Ἀλλ΄ εἴποι τις ἄν, ναί παρώλισθεν ὁ Ἀδάμ, καί τῆς θείας ἀλογήσας ἐντολῆς φθορᾷ καί θανάτῳ κατεδικάζετο· εἶτα πῶς ἁμαρτωλοί δι΄ αὐτόν κατεστάθησαν οἱ πολλοί; Τί πρός ἡμᾶς τά ἐκείνου πταίσματα; πῶς δέ ὅλως οἱ μήπω γεγενημένοι καταδεδικάσμεθα σύν αὐτῷ, καίτοι Θεοῦ λέγοντος:
-οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπέρ τέκνων,
- οὔτε τέκνα ὑπέρ πατέρων,
ψυχή ἡ ἁμαρτάνουσα αὐτή ἀποθανεῖται; Οὐκοῦν ψυχή ἡ ἁμαρτάνουσα αὐτή ἀπο-θανεῖται.
Ἁμαρτωλοί δέ γεγόναμεν διά τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ διά τοιόνδε τρόπον: Πεποίητο μέν γάρ ἐπί ἀφθαρσίᾳ καί ζωῇ, ἦν δέ αὐτῷ καί ὁ βίος ἁγιοπρεπής ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ὅλον ἦν καί διά παντός ἐν θεοπτίαις ὁ νοῦς, ἐν εὐδείᾳ δέ καί γαλήνῃ τό σῶμα, κατηρεμούσης ἁπάσης αἰσχρᾶς ἡδονῆς‧ οὐ γάρ ἦν ἐκτόπων κινημάτων θόρυβος ἐν αὐτῷ. Ἐπειδή δέ πέπτωκεν ὑφ᾿ ἁμαρτίαν καί κατώλισθεν εἰς φθοράν, ἐντεῦθεν εἰσέδραμον τήν τῆς σαρκός φύσιν ἡδοναί τε καί ἀκαθαρσίαι, ἀνέφυ δέ καί ὁ ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν ἀγριαίνων νόμος. Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τοὔτέστιν Ἀδάμ‧ οὕτως ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὐχ ὡς τῷ Ἀδάμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γάρ ἦσαν πώποτε, ἀλλ᾿ ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπό νόμον πεσούσης τόν τῆς ἁμαρτίας ... ἠρώστησεν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐν Ἀδάμ διά τῆς παρακοῆς τήν φθοράν, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτήν τά πάθη..."33
Βλεπουμε, ἑπομένως, ὅτι εἰς τήν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολήν ἡ πτῶσις νοεῖται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τῆς θείας ζωῆς.
Γιά τήν ἀσθένεια δέ πού ἐπακολούθησε, καί τήν φθορά τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, αἴτιος πάντων θεωρεῖται ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, πού ἦλθε σέ συνεργασία μέ τόν διάβολο.
Ἀντιθέτως, στή Δύση, καί στούς θεολόγους πού ἔφεραν τήν Δύση στήν Ἑλλάδα, ὅλα τά κακά τοῦ κόσμου προέρχονται δῆθεν ἀπό τό τιμωρητικό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος δέ ὁ σατανᾶς θεωρεῖται ὡς ἁπλό τιμωρητικό ὄργανο τοῦ Θεοῦ!
Καί ἡ κόλαση ἤ ὁ Ἅδης δέν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ.
Μέ τήν ὀνομασία κόλαση ἤ Ἅδης δέν ἐννοεῖται κάποιος τόπος, ἀλλά κάποια κατάσταση τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, -(τρόπος ὑπάρξεως κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον)-, ἀειδής καί ἀσώματος, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης.34
Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος, χαρακτηρίζει τούς ἀφεγγεῖς καί σκοτεινούς τόπους ὡς δεσμωτήριο.
Ἄν ἡ ψυχή δέν θεραπευθεῖ ὅταν εἶναι ἑνωμένη μέ τό σῶμα, μετά τήν ἔξοδό της ἀπό αὐτό ὑποφέρει καί βασανίζεται ἀπό τά πάθη, δέν αἰσθάνεται καμμία παράκληση καί παραμυθία.
Δέν μετέχει τῆς φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό εἶναι:
-ἀφ΄ ἑνός σκότος,
ἀφεγγής τρόπος ζωῆς, μαρτύριο, βασανιστήριο, καί
-ἀφ΄ ἑτέρου πῦρ αἰώνιον,
ἀφοῦ προσλαμβάνεται ἀπό τήν ψυχή τό πρῶτον φῶς, ὁ Θεός, ὡς φωτιά.
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν ὅτι ὁ Παράδεισος καί ἡ κόλαση δέν ὑπάρχουν ἐξ ἐπόψεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐξ ἐπόψεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Παράδεισος καί ἡ κόλαση ὑπάρχουν σάν δύο τρόποι ζωῆς, ἀλλά δέν εἶναι ὁ Θεός πού τούς δημιούργησε.
Ἡ αἰωνιότητα εἶναι αὐστηρά "μονοθεϊστική".
Στούς Ἁγίους Πατέρες γίνεται σαφές ὅτι δέν ὑπάρχουν δύο τόποι, ἀλλά
-ὁ Ἰδιος ὁ Θεός εἶναι Παράδεισος γιά τούς Ἁγίους καί
-ὁ Ἰδιος ὁ Θεός εἶναι κόλαση γιά τούς ἁμαρτωλούς.
Σίγουρο εἶναι ὅτι κατά τούς Ἕλληνες Θεοφόρους Πατέρες ἡ ὓπαρξη τῆς κολάσεως δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν Θεϊκή ἀπόφαση.
Ἡ κόλαση δημιουργεῖται ἀπό τά ἲδια τά δημιουργήματα. Εἶναι ἀνθρώπινο δημιούργημα, ἒξω τρόπον τινά, ἀπό "τήν τάξη τῆς δημιουργίας". 35
Ὁ Παράδεισος καί ἡ κόλαση ὑπάρχουν μέ τήν μορφή ἀσθένειας καί θεραπείας καί ὄχι μέ τήν μορφή τῆς ἀπειλῆς καί τῆς τιμωρίας ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος μέ τήν Θεία Του ἀποκάλυψη μᾶς φανερώνει τήν πραγματικότητα τῆς αἰωνιότητος.
Οἱ θεραπευμένοι καί κεκαθαρμένοι βιώνουν τήν φωτιστική ἐνέργεια τῆς Θείας Χάριτος, ἐνῶ οἱ ἀθεράπευτοι καί ἀσθενεῖς τήν καυστική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Ὁ μεγάλος νηπτικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος διδάσκει ὅτι
-Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
 
Μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐννοοῦμε τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ὑπάρχει ἡ τρυφή πάντων τῶν μακαρισμῶν.36
Ἀλλά ἀναφερόμενος στήν Κόλαση λέγει σχεδόν τά ἴδια πράγματα, ὅτι δηλ. καί ἡ κόλαση εἶναι ἡ μάστιγα τῆς ἀγάπης.
Γράφει: " Ἐγώ δέ λέγω, ὅτι οἱ τῇ γεέννη κολαζόμενοι, τῇ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται. Καί τί πικρόν καί σφοδρόν τό τῆς ἀγάπης κολαστήριον ".37
Διδάσκει ὁ Ἅγιος: "Ἐνεργεῖ δέ ἡ ἀγάπη ἐν τῇ δυνάμει αὐτῆς κατά διπλοῦν τρόπον,
-τούς μέν ἁμαρτωλούς κολάζουσα, ὡς καί ἐνταῦθα συμβαίνει πρός φίλον ἀπό φίλου,
-τούς δέ τετηρηκότας τά δέοντα, εὐφραίνουσα ἐν αὐτῇ"38
Ἑπομένως, ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἴδια ἐνέργεια θά ἐπιπίπτει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλά θά ἐνεργεῖ διαφορετικά.
Ὁ Κύριος εἶπε στόν Μωϋσῆ:
" Ἐλεήσω ὅν ἄν ἐλεῶ, καί οἰκτειρήσω ὅν ἄν οἰκτείρω". (Ἔξ. λγ,΄19). Καί τό στόμα τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἑρμηνεύει: "ἄρα, οὖν, ὅν θέλει ἐλεεῖ, ὅν δέ θέλει σκληρύνει. (Ρωμ. θ΄, 18).
Ὑπάρχει δηλ. προσωποληψία στόν Θεό; Τόν ἕναν τόν ἐλεεῖ καί τόν ἄλλον τόν σκληρύνει;
Αὐτό, σαφῶς, συνδέεται μέ τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι μέ τήν φύση καί τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ Ἅγιος Θεο-φύλακτος Βουλγαρίας:
"Καθώς ὁ ἥλιος τό μέν κερί ἀπαλύνει, τόν δέ πηλό σκληρύνει, ὄχι καθ' ἑαυτόν, ἀλλά λόγῳ τῆς διαφορετικῆς ὕλης τοῦ κεριοῦ καί τοῦ πηλοῦ. Ἔτσι καί ὁ Θεός τήν πήλινη καρδιά τοῦ Φαραώ τήν σκλήρυνε".39
Καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅταν ἑρμηνεύει τό ψαλμικό χωρίο "φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός", διδάσκει ὅτι αὐτό τό θαῦμα πραγματοποιεῖται στούς τρεῖς Παῖδες στήν κάμινο τοῦ πυρός.
Ἡ φωτιά στήν περίπτωση αὐτή διακόπηκε στά δύο, καί γιαὐτό "ἐνεπύριζε τούς κύκλῳ πάντας", ἐνῶ "πνεῦμα ἐδέξατο ἐν ἑαυτῇ, ἡδίστην ἀναπνοήν καί ἀνάψυξιν, ὥσπερ ἐν σκιᾷ τινι φυτῶν, ἐν εἰρηνικῇ καταστάσει παρεχομένη τοῖς παισίν".
Ταυτόχρονα, λοιπόν,
ἡ φοβερή αὐτή φωτιά κατέκαιε τούς ἔξω ἀπό αὐτήν
καί τούς τρεῖς παῖδες δρόσιζε, σάν νά βρίσκονταν κάτω ἀπό τήν σκιά ἑνός δένδρου.
Στήν συνέχεια τονίζει ὁ Μέγας Φωστήρ τῆς Καισαρείας ὅτι τό πῦρ πού ἑτοιμάσθηκε ἀπό τόν διάβολο καί τούς ἀγγέλους του40 "διακόπτεται τῇ φωνῇ τοῦ Κυρίου". Τό πῦρ ἔχει δύο δυνάμεις:
τήν καυστική καί τήν φωτιστική δύναμη καί ἐνέργεια καί γιά τόν λόγο αὐτό
καί καίει καί φωτίζει.
Μέ αὐτόν τόν τρόπο
-οἱ ἄξιοι τῆς φωτιᾶς θά αἰσθανθοῦν τήν καυστική ἰδιότητά της
-καί οἱ ἄξιοι τοῦ φωτισμοῦ θά αἰσθανθοῦν τήν φωτιστική ἰδιότητα τοῦ πυρός.
Γιαὐτό ὁλοκληρώνει μέ σαφήνεια: "Φωνή οὖν Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός καί μερίζοντος,
ὡς ἀλαμπές μέν εἶναι τό πῦρ τῆς κολάσεως,
ἄκαυστον δέ τό φῶς τῆς ἀναπαύσεως ἀπομεῖναι".41
Κατά δέ τόν Ἅγιον Γρηγόριον τόν Θεολόγον ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ θά εἶναι:
"φῶς τοῖς κεκαθαρμένοις τήν διάνοιαν",
κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθαρότητος, αὐτό εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ,
καί σκότος "τοῖς τυφλώττουσι τό ἡγεμονικόν", πού εἶναι ἡ κόλαση
"κατά τήν ἀναλογίαν τῆς ἐντεῦθεν ἀμβλυωπίας".
Ἡ αἰώνια ζωή εἶναι φῶς γι΄ αὐτούς πού καθάρισαν τό νοῦ τους, καί μάλιστα κατά τόν βαθμό τῆς καθάρσεως, καί σκότος γι΄ αὐτούς πού εἶναι τυφλοί στόν νοῦ, δηλ. γι΄ αὐτούς πού δέν φωτίσθηκαν ἀπό τήν ζωή αὐτή καί δέν ἔφθασαν στόν φωτισμό καί στήν θέωση.42
Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τίς αἰσθητές πραγματικότητες. Ὁ ἕνας καί ὁ αὐτός ἥλιος "φωτίζει μέν τήν ὑγιαίνουσαν ὄψιν, ἀμαυροῖ δέ τήν ἀσθενοῦσαν".
Ὁπότε, δέν εὐθύνεται ὁ ἥλιος γιά αὐτές τίς συνέπειες ἀλλά ἡ κατάσταση τοῦ ὀφθαλμοῦ.
Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἀναλογικά θά γίνει καί κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας:
Ἕνας εἶναι ὁ Χριστος "ἀλλ' (Οὗτος κεῖται) εἰς πτῶσιν μέν τοῖς ἀπίστοις,
ἀνάστασιν δέ τοῖς πιστεύουσιν".43
Ὁ Ἴδιος καί ὁ Αὐτός Λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκόμη καί τώρα, πολύ περισσότερο τότε,
"καί φοβερός τοῖς οὐκ ἀξίοις διά τήν φύσιν,
καί χωρητός διά φιλανθρωπίαν τοῖς οὕτως ηὐτρεπισμένοις".44
Γιαὐτό δέν ἀξιώνονται ὅλοι νά βρίσκονται στήν ἴδια τάξη καί στάση, ἀλλ΄ ὁ μέν εἶναι ἄξιος γιά τήν μία, ὁ ἄλλος γιά τήν ἄλλη, "πρός μέτρον, οἶμαι, τῆς ἑαυτοῦ καθάρσεως".45 Ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καί τοῦ νοῦ, ὁ ἄνθρωπος θά γεύεται τῆς μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ διαφοροτρόπως.
Καί γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, λοιπόν, ὁ Ἴδιος ὁ Θεός εἶναι Παράδεισος καί κόλαση γιά τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ καθένας προσλαμβάνει τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀνάλογα μέ τήν ψυχική του κατάσταση. Αὐτό φαίνεται καθαρά ὅταν ὁ Ἅγιος δοξολογεῖ τήν Ἁγία Τριάδα λέγοντας:
"Ὦ Τριάς, ἧς ἐγώ κατηξιώθην, καί λάτρης εἶναι, καί κήρυξ ἐκ πλείονος ἀνυπόκριτος! Ὦ Τριάς ἡ πᾶσί ποτε γνωσθησομένη,
τοῖς μέν τῇ ἐλλάμψει,
τοῖς δέ τῇ κολάσει"46
Ὁ Ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι καί θά εἶναι καί ἔλλαμψη καί κόλαση γιά τούς ἀνθρώπους. Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου εἶναι ξεκάθαρος καί ἀποκαλυπτικός.
Αὐτό βιώνεται κατ΄ ἐξοχήν καί μέ τήν μετοχή στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς στό Σῶμα καί στό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἀπό τό ἴδιο Ποτήριο κοινωνοῦν ὅλοι στήν Θεία Λειτουργία, ἀλλά ἄλλοι κοινωνοῦν εἰς ζωήν αἰώνιον, ὅσοι ἀξίως, κατά τό ἀνθρώπινον προσέρχονται, καί ἄλλοι εἰς κρίμα καί κατάκριμα, μή διακρίνοντες τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας καί γιαὐτό πολλοί ἀσθενοῦν καί κοιμῶνται ἱκανοί κατά τόν Θεηγόρο Παῦλο.
Ὄντας, ὁ Θεός ἄχρονος, θεωρεῖ τά πάντα ὡς ἐνεστῶτα, καί τά παρελθόντα καί τά ἐνεστῶτα καί τά μέλλοντα.
Προγνωρίζοντας μέσα στήν ἄφατη πρόνοιά Του ὅτι ὁ ἄνθρωπος θά καταχραστεῖ τήν ἐλευθερία Του, τόν δημιουργεῖ κατ΄ εἰκόνα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ, πού θά σαρκωθεῖ ἀπό τήν Παναγία μας ἐν χρόνῳ, θά προσλάβει τήν ἀνθρώπινη φύση καί θά τήν θεώσει, δίνοντας τήν δυνατότητα σέ κάθε ἕναν ἀπό μᾶς πού θά Τόν ἀποδεχτεῖ, θά Τόν πιστέψει καί θά κοινωνήσει τῆς ἀθανάτου ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας καί τῶν Μυστηρίων τῆς ἀθανασίας, νά μήν χάνεται ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια, ἑνωμένος μέ τήν τῶν ἐφετῶν τήν ἀκρότητα καί τήν ἀληθινή ζωή, νά βλέπει, ἑνωμένος μέ τό Φῶς, τό Φῶς τό ἀληθινόν αἰωνίως ὡς Φῶς, Ἐκεῖνον πού ὡς Φῶς γνώρισε, ζώντας καί ἀπολαμβάνοντας τήν τρυφή πάντων τῶν μακαρισμῶν.

------------------------------------------
23 Φλορόφσκι, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 306.
24 Κεφάλαια Φυσικά, Θεολογικά, Ἠθικά τε καί Πρακτικά ρν΄ PG 150, 1157-1160.
25 Ἰερ. 2, 12-13.
26 Ὁμιλία ὃτι οὐκ ἒστιν αἲτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345.
27 Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 5, PG 25, 104-105.
28 Γεν. 5, 1 ἑξ.
29 Θεοφίλου, Β΄ 29
30 Γιά τά ἀνωτέρω καί τίς παραπομπές βλ. Ρωμανίδη, ὃ. π. σελ 72.
31 Ρωμανίδη, Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, σελ. 19.
32 Ἅγιος μέγας Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, PG 74, 789, 785, Ἀναστάσιος Σιναΐτης, PG, 89, 796 καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, PG, 60, 477, 475.
33 Ἑρμηνεία εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν, PG, 74, 788-789.
34 Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ΕΠΕ, 1 σελ. 296
35 Φλορόφσκι, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 306.
36 Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Ἀσκητικά, 1977, σελ. 282
37 ὅ.π. σελ. 326.
38 ὅ. π. σελ. 326-327
39 Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ Ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἀθήνα 1971, τόμος Α΄, σελ. 110.
40 μέ τήν διαφθορά καί τήν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπό τήν ὑποταγή στήν ἁμαρτία, πού πρότεινε καί προτείνει συνεχῶς ὁ ἀντίδικος καί οἱ ἄνθρωποι τήν ἀποδέχονται, μέ ἀποτέλεσμα νά καταφλεγοῦν ἀπό τό πῦρ τῆς Θεότητος κατά τήν Παρουσία ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μας, μή ὄντες δεκτικοί τοῦ φωτός Του ὡς ζωοποιοῦ ἀλλά ὡς κολαστικοῦ, ὡς πυρός καταναλίσκοντος.
41 Μ. Βασιλείου, ἔργα, 5, ΕΠΕ, σελ. 120-122. Ἡ ἑρμηνεία αὐτή περί τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κολάσεως δέν εἶναι μόνον τοῦ Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου καί τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀλλά εἶναι γενική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν ἀποφατικά τά περί τοῦ αἰωνίου πυρός καί τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ὅταν μιλᾶμε γιά ἀποφατισμό δέν ἐννοοῦμε ὃτι οἱ Πατέρες ἀλλοιώνουν τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δῆθεν μιλοῦν ἀφηρημένα καί στοχαστικά, ἀλλά ὅτι ἑρμηνεύουν τά θέματα αὐτά προσπαθώντας νά τά ἀποδεσμεύσουν ἀπό κατηγορίες τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως καί ἀπό εἰκόνες τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων. Ρωμανίδου, Ρωμηωσύνη, σελ. 99. Βλ. καί Ἱεροθέου Βλάχου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, σελ. 274 ἑπ. δ΄ ἔκδ. 1997
42 Ἱεροθέου Βλάχου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, ὅ.π. σελ. 280
43 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἔργα, 5, ΕΠΕ, σελ. 382.
44 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἔργα, 5, ΕΠΕ, σελ. 88.
45 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἔργα, 5, ΕΠΕ, σελ. 174.
46 Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἔργα, 5, ΕΠΕ, σελ. 380.

 https://fb.watch/sgj_c7HBY7/