Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω!




 

Οἱ "ἀόρατοι" ἀσκητές
τοῦ Ἄθωνος

Στά πατερικά τοῦ Ἁγίου Ὄρους διαβάζουμε ὅτι ὑπάρχουν ἀσκητές πού ζοῦν πάνω στόν Ἄθωνα, ἀφημένοι κυριολεκτικά στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Δέν φροντίζουν γιά τίποτε, οὔτε γιά τροφή, οὔτε γιά ἐνδύματα, οὔτε γιά στέγη!
Ζοῦν καί τρέφονται μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή καί τήν Πρόνοια τοῦ Κυρίου, ὑπό τήν Σκέπη τῆς Θεοτόκου.
Κατά τήν μακραίωνη ἱστορία τοῦ Ἁγίου Ὄρους διασώζεται ἡ ἑξῆς παράδοση: -"Μία ὁμάδα ἀσκητῶν, τόν ἀριθμό ἑπτά, (κατ’ ἄλλους δώδεκα), ζοῦν μέ ἄκρα ἄσκηση, μέ μοναδικό ἔργο τήν ἀδιάλειπτη προσευχή ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔχουν λάβει εἰδική χάρη ἀπό τόν Κύριο νά ζοῦν ἄοικοι καί γυμνοί καί νά εἶναι ἀόρατοι ἀπό τούς ὀφθαλμούς τῶν ἀνθρώπων".1
Οἱ ἐμφανίσεις κατά καιρούς τῶν "ἀόρατων" ἀσκητῶν αὐτῶν σέ διάφορους προσκυνητές καί ἁγίους Γεροντάδες, πού στήν πραγματικότητα δέν εἶναι ἀόρατοι ἀλλά ἐπιθυμοῦν νά ζοῦν στήν ἀφάνεια, μακρυά ἀπό τήν περιέργεια καί τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων, εἶναι γεγονός μαρτυρούμενο ἀπό πολλούς καί ἀξιόπιστους μάρτυρες πού καί 'μεῖς γνωρίσαμε.
Πολλές ἱστορίες μᾶς διηγήθηκαν παλαιότεροι πατέρες, πού εἴτε οἱ ἴδιοι τίς ἔζησαν εἴτε τίς ἄκουσαν νά τίς διηγοῦνται ἀπό τούς Γεροντάδες τους.

  Ὁ παπα-Λεόντιος

 

Ὅταν κατοίκησαν στήν Σκήτη τοῦ Λάκκου ὁ παπα-Σεραφείμ καί ἡ συνοδεία του, ἐξομολογοῦνταν σέ ἕναν πνευματικόν, ὀνόματι Λεόντιον Ἱερομόναχον.
Ὁ παπα-Λεόντιος ἔμενε ἕνα διάστημα σέ μιά σπηλιά τοῦ Ἄθωνα, γιαὐτό καί ὀνομάστηκε σπηλαιώτης. Ἐπειδή ἦταν
καλός καί ἀσκητικός Γέροντας, ἐξομολογοῦνταν σ' αὐτόν ἀρκετοί ἀσκητές. Ἦταν καί ἐξομολόγος τῆς συνοδείας τοῦ παπα-Σεραφείμ.
Μεταξύ αὐτῶν πού ἐξομολογοῦνταν, διηγήθηκε ὁ παπα-Σεραφείμ, ἦταν καί δώδεκα ἀνώνυμοι ἀναχωρητές, πού ἔμεναν σέ σπηλιές, στά βουνά τοῦ Ἄθωνα. Ὅταν πήγαιναν στόν παπα-Λεόντιο, μεταξύ ἄλλων, τοῦ "ἐπεξηγοῦσαν θεῖα Μυστήρια", τοῦ ἔλεγαν "τό μέλλον τοῦ Ἁγίου Ὄρους", τοῦ ἑρμήνευαν "τά κάλλη τοῦ παραδείσου" καί "ποία ἡ δόξα τῶν δικαίων μετά θάνατον".
Διασώζεται ἀκόμη μία ἀξιόπιστη διήγηση γιά τόν παπα-Λεόντιο καί τούς δώδεκα ἀφανεῖς ἐρημίτες.
Ὁ παπά-Λεόντιος ζοῦσε σάν ἐρημίτης στά ἐρημικά μέρη τοῦ Ἄθωνος. Εἶχε σχέσεις μέ δώδεκα ἀναχωρητές, τῶν ὁποίων γνώριζε τά κατοικητήρια. Παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν πνευματικός, δεχόταν τίς συμβουλές καί τίς γνῶμες τῶν ἀναχωρητῶν αὐτῶν, γιατί τούς σεβόταν ὡς ἁγίους.

Νέα στοιχεία γιά τόν παπα-Λεόντιο
 
Πατέρα Νικόλαε, εὐλογεῖτε.
Ἐχθές το πρωί, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, μίλησα μέ τήν κυρία πού φιλοξενοῦσε σπίτι της τόν π. Λεόντιο.
Μοῦ διηγήθηκε τά ἑξής:

"Ὁ π. Λεόντιος ἔμενε πρός τό τέλος τοῦ βίου του στό διαμέρισμά μου, στήν Γλυφάδα. Κάποια μέρα μοῦ εἶπε ὅτι θέλει νά φύγει, νά πάει στό νησί του νά κοιμηθεί.
Ἐγώ τόν ρώτησα:
-Γιατί παπποῦ, (ἔτσι τόν ἔλεγα), ἐδῶ δέν κοιμᾶσαι καλά;
Αὐτός μοῦ ἀπάντησε:
-Ὄχι, θέλω νά πάω στό νησί μου νά κοιμηθῶ. (Μετά κατάλαβα ὅτι ὕπνο ἐννοοῦσε τόν θάνατο). Τόν ἄφησα δίχως νά δώσω καί μεγάλη σημασία στά λεγόμενά του.
Μετά ἀπό κάποιες μέρες ὁ γέροντας μοῦ εἶπε ἀποφασιστικά:
- Ἐγώ θα φύγω, θά πάω στο νησί μου.
-Πῶς θά πᾶς παππού; Ἐσύ δεν ἔχεις καθόλου χρήματα καί ἐκτός αὐτοῦ τό ταξίδι εἶναι μακρινό!
-Δέν χρειάζομαι χρήματα! Θά κατέβω κάτω καί θά πάω, μοῦ ἀπάντησε.
-Ἐγώ φοβήθηκα, γιατί πέραν τῶν ἄλλων ὁ γέροντας δέν ἔβλεπε καλά! (Αὐτό, βέβαια, δεν μποροῦσες νά τό διακρίνεις, ἄν δέν τόν ἤξερες! Ἄν τόν ἄφηνες μόνο του αὐτός θά συνέχιζε τόν δρόμο του).
Ὅμως ἦταν ἀποφασισμένος.
Ἔτσι, λοιπόν, τηλεφώνησα στίς ἀδελφές μου προκειμένου νά μοῦ δώσουν χρήματα γιά νά συνοδέψω τόν γέροντα στό ταξίδι του. Πράγματι, μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ἔχοντας χρήματα μαζί μου, πῆρα τόν γέροντα καί ξεκινήσαμε γιά τό λιμάνι. Ὅταν φτάσαμε στήν προβλῆτα, ὁ καπετάνιος, καθώς εἶδε τόν γέροντα, (ξυπόλυτος ἦταν πάντα), κατέβηκε καί μοῦ εἶπε:
-Τόν παπποῦ ἄστον, θά τόν πάρω ἐγώ, καί ἔπιασε τόν γέροντα ἀπό τό μπράτσο, βοηθώντας τον νά ἀνέβει στό καράβι.
Ἐγώ ἀκολουθοῦσα...
Μπαίνοντας στό πλοῖο ζήτησα νά πληρώσω τά δύο εἰσιτήρια, ἀλλά μοῦ ἀπάντησαν ὅτι ὁ παπποῦς θά ταξιδέψει δωρεάν, πληρώστε μόνο τό δικό σας.
Τό βράδυ μείναμε στήν ἴδια καμπίνα μέ τόν παπποῦ, καί τόν ρώτησα:
-Ποῦ τόν ξέρεις τόν καπετάνιο καί κατέβηκε νά σέ συνοδέψει καί δέν μέ ἄφησε οὔτε κἄν νά πληρώσω τό εἰσιτήριό σου;
Ὁ γέροντας, ἐνῶ ἀρχικά δέν μοῦ ἀπαντοῦσε, βλέποντας τήν ἐπιμονή μου, μοῦ εἶπε:
Κάποτε τούς γλύτωσα τό καράβι! χωρίς νά ἀναφέρει περισσότερα.
Στήν Σάμο φτάσαμε μέσα στήν μαύρη νύχτα. Ἀποβιβαστήκαμε ἀπό τό καράβι καί ἄρχισα νά ψάχνω γιά κάποιο ταξί, πού θά μᾶς πήγαινε στόν προορισμό μας. Μάταια ὅμως. Αὐτοκίνητα ἔρχονταν καί ἔπαιρναν τούς ὑπόλοιπους ἐπιβάτες ὥσπου μείναμε στήν προβλήτα μόνον ἐγώ καί ὁ γέροντας. Ἀπελπίστηκα...
Ξάφνου ἔρχεται ἕνα ταξί, σταματάει ἐμπρός μου, καί ὁ ὁδηγός μοῦ λέει:
-Ἦρθα νά πάρω τόν γέροντα, τόν π. Λεόντιο.
Ἐγώ απόρησα!
-Ἐδῶ, τοῦ λέω, εἶναι.
-Ἐλᾶτε, μοῦ ἀπαντάει.
Ἐπιβιβαστήκαμε στό ταξί καί ρωτοῦσα τόν γέροντα, πῶς κατόρθωσε νά εἰδοποιήσει νά ἔρθουν νά μᾶς πάρουν. 

-Μήπως πῆρες τηλέφωνο; Τόν ρώτησα.
Καί μοῦ ἀπάντησε:
-Ἐγώ; Ἀπό ποῦ νά πάρω;
 

Ὁ ὁδηγός ἀκολουθοῦσε τόν δρόμο πού τοῦ ὑποδείκνυε ὁ γέροντας!
Ἀνεβαίναμε ἕνα βουνό μέσα στό δάσος. Φοβόμουν καί τόν ρωτοῦσα συνεχῶς: 
-Ποῦ πᾶμε ἀπό 'δῶ; Εἶσαι σίγουρος γιά τόν δρόμο; Ἐδῶ δέν ὑπάρχει τίποτα.
Κάποια στιγμή ὁ γέροντας εἶπε:
-Ἐδώ εἴμαστε. Φτάσαμε.
Ἴσα-ἴσα πού χάραζε. Δέν ὑπῆρχε ψυχή πουθενά. Μοῦ λέει: -Ἀκολούθησε αὐτό τό μονοπάτι καί θά βρεῖς μιά καλύβα. Πές τους πώς εἶμαι ἐδώ.
Φοβήθηκα. Δέν ἔβλεπα τίποτα.
Παρακάλεσα τόν ταξιτζή νά μέ περιμένει μέ τόν γέροντα, (φοβόμουνα μήπως τόν πάρει καί φύγει). Ἄρχισα νά κατεβαίνω τό μονοπάτι, ὥσπου ἔφτασα μπροστά σέ μιά καλύβα.
Φώναζα, φώναζα, ἀλλά μάταια.Ἦταν ἀκατοίκητη. Συνέχισα παρακάτω καί εἶδα μιάν ἄλλη καλύβα, ὅπου, φωνάζοντας, βγῆκε μιά γυναῖκα. Ἐν τῷ μεταξύ καί ὁ γέροντας μέ τόν ταξιτζή ἔρχονταν ξωπίσω μου.
Τό τί χαρά ἔκαναν καί οἱ δύο (ὁ γέροντας καί ἡ γυναῖκα), μόλις συναντήθηκαν ἦταν ἀπερίγραπτο. Ὁ ἕνας εἶχε πέσει στήν ἀγκαλιά τοῦ ἄλλου σάν μικρά παιδιά.
-Γιατί ἔφυγες; Τόν ρωτοῦσε ἡ γυναίκα. Γιατί δεν ἔμεινες ἐδώ νά σέ φιλοξενήσω;
Πλήρωσα τόν ταξιτζή γιά να φύγει καί ἀκολούθησα τόν γέροντα στήν καλύβα. Τό θέαμα πρωτόγνωρο!
Ἕνα δωμάτιο ὅλο κι ὅλο, τό πολύ δέκα τετραγωνικά, μέ τρία κρεββάτια, λίγο μεγαλύτερα ἀπό τό ἕνα μέτρο, καί ἕνα τζάκι στή μιά του γωνία, μέ ἕνα μπρίκι καί ἕνα τηγάνι.
Αὔτό ἦταν ὅλο!
Στό ἕνα ἀπ' τά κρεββάτια διακρινόταν ἕνας παπποῦς, ὁ ὁποῖος εἶχε φυματίωση! Ἔβηχε καί ἔφτυνε αἷμα!
Ἦτανε ὁ ἀδερφός τῆς γυναίκας.
Στεναχωρήθηκα τόσο πολύ, μόλις κατάλαβα τό μέγεθος τῆς φιλοξενίας αὐτῆς τῆς γυναίκας.
Πόση ἀγάπη χωροῦσε σέ αὐτό τό δωμάτιο!
Μέ πόση θέρμη τοῦ ἔλεγε, ποῦ ἤσουνα νά σέ φιλοξενήσω! Ποῦ; Νά τόν φιλοξενήσει ποῦ; Δέν χώραγε ὁ νοῦς μου. Στεναχωρήθηκα, γιατί κατανόησα, συγκρί-νοντας μέ τήν ἀγάπη τή δική της, πόσο δύσκολο μοῦ ἦτανε ἐμένα νά φιλοξενήσω ἕναν ἄνθρωπο στό διαμέρισμά μου μέ ὅλες τίς ἀνέσεις!
Ἔκατσα γιά λίγο μαζί τους καί ἔφυγα γιά νά προλάβω τό καράβι τῆς ἐπιστροφῆς.
Ἔφτασα στήν Ἀθῆνα, καί μετά ἀπό ἕνα μῆνα καί κάτι, ἔμαθα ὅτι ὁ παπποῦς κοιμήθηκε".
Αὐτά μοῦ εἶπε ἡ γυναῖκα αὐτή, (κυρά-Ζαχαρούλα τή λένε), τά ὁποῖα θά τῆς τά διαβάσω, γιά νά μοῦ τά ἐπαληθεύσει. Ἐπίσης μοῦ εἶπε, ὅτι θά ρωτήσει καί μιά φίλη της στήν Σαλαμίνα νά μάθει περισσότερα γιά τόν γέροντα, γιατί αὐτή ἔζησε μαζί του μεγαλύτερο διάστημα.
Σέ κάθε περίπτωση μπορεῖτε, ἄν ἐπιθυμεῖτε, νά ἐπικοινωνήσετε μαζί της, ἤ ἀκόμα, ἐάν πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀγρυπνία τήν ἐρχόμενη Πέμπτη, νά τήν φέρω μαζί μου (ἐάν μπορεῖ).
Εὐλογεῖτε,
Παναγιώτης Χαμπεσῆς.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου