Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Ἡ καθολική Ἐκκλησία. (Ὅπου δέν ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καί ἡ παρακαταθήκη τῆς Ὁμολογίας τῆς πίστεως, δέν ὑπάρχει οὔτε Καθολική Ἐκκλησία, οὔτε βάπτισμα, οὔτε ἱερωσύνη, οὕτε εὐχαριστία)


Καθολική εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού διατηρεῖ τήν Ἀλήθεια καί τήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, ὅπως τήν ὅρισε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή.
Μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Μαξίμου καταδικάζεται ὁ Οἰκουμενισμός καί ταυτόχρονα διαλύεται ὁ μῦθος τῆς ὑπάρξεως ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἔξω ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία.
Ὅπου δέν ὑπάρχει “ἀλήθεια καί παρακαταθήκη ὁμολογίας πίστεως”, δέν ὑπάρχει οὔτε Καθολική Ἐκκλησία καί, ὡς ἐκ τούτου, οὔτε ἱερωσύνη, οὔτε βάπτισμα, οὔτε εὐχαριστία. Αὐτή εἶναι ἡ θεμελιακή ἄποψη τῶν Πατέρων πού ἀπαντᾶται συχνότατα στά θεόπνευστα κείμενα τῶν θείων διδασκάλων, στούς Ἱερούς Κανόνες καί στούς βίους τῶν ἁγίων. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καμμία ἀποστολική διαδοχή, ἄν δέ ὑπάρχει ἡ ἀποστολική πίστη!
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ Θεία Χάρις εἶναι ἄκτιστη (ἀδημιούργητη), εἶναι ἡ αἰώνια ἔκφραση τῆς ἀπερίγραπτης οὐσίας τοῦ Θεοῦ.
Σύμφωνα μέ τό Λατινικό καί τό Προτεσταντικό δόγμα ἡ θεία χάρις εἶναι κτιστή, δημιουργημένη, εἶναι κατασκεύασμα... Δέν διαφέρει, δηλαδή, κατά τήν “δημιουργία της-κατασκευή της” ἀπό τό φῶς του ἡλίου ἤ τήν ἠλεκτρική ἐνέργεια. Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς διδασκαλίας διαστρεβλώνεται ἡ φύση τῆς θείας χάριτος. Γίνεται συχνά λόγος γιά ἀποσχηματισμένους λατίνους ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι, παρά τήν καθαίρεσή τους, διατηροῦν τήν θεία χάρη, (τήν κτιστή-δημιουργημένη), στό νά καθαγιάζουν τόν ἄρτο καί τόν οἶνο καί νά τά μεταβάλουν σέ “σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ”. Σχετικό εἶναι τό φαινόμενο τῆς “σατανολατρικῆς λειτουργίας”, πού εἶναι ἀκατανόητο γιά τόν Ὀρθόδοξο Χριστιανό. Τό γεγονός ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικοί προϊστάμενοι αὐτῶν τῶν ἱερέων δέν ἐγκρίνουν τέτοιες ἀτασθαλίες δέν ἀλλάζει οὐσιαστικά τό σημεῖο αὐτό, ὅσον ἀφορᾶ τήν θεολογία τους: ἡ μεταβολή “μετουσίωση” ἔχει πραγματοποιηθεῖ, ἄν καί ἦταν “ἀντικανονική”.
Αὐτή ἡ ἴδια ἡ διαστρεβλωμένη διδασκαλία, πώς ἡ Χάρις εἶναι δημιούργημα-κτιστή ἔχει ὁδηγήσει στό φαινόμενο τῆς ἐπισκοπικῆς πλάνης στή Δύση. Θεωρεῖται δηλ. πώς μόλις λάβει κανείς μέρος τῆς κτιστῆς ἐπισκοπικῆς ἤ ἱερατικῆς χάριτος, τήν φέρει πλέον “ἀνεξίτηλα”, σάν μία “μπαταρία” πού ἔχει ἀνεξάνλητη ἠλεκτρική δύναμη. Μόλις χειτοτονηθεῖ κάποιος, μπορεῖ νά πάρει τήν χάρη μαζί του ὁπουδήποτε, ἐντός ἤ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, καί κανείς δέν μπορεῖ νά τόν σταματήσει.
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Μίας Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ χάρις εἶναι ἄκτιστη καί θεία μέ μία ἔννοια πολύ πραγματική καί ὀντολογική. Ἑπομένως, ὅταν ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μιλᾶμε γιά χάρη, μιλᾶμε γιά ἐκείνη τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ἐμεῖς, τά κτίσματα καί οἱ θνητοί, μποροῦμε νά συμμετέχουμε.
Ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό μυσταγωγικό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία, δέν ἔχουμε οὖτε τήν δύναμη, οὔτε τήν ἐξουσία νά βάλουμε τήν χάρη στήν ... “τσέπη μας” καί νά τήν πάρουμε μαζι μας. Εἶναι ὁ Θεός, πού ἔχει μεταδώσει αὐτή τήν ἄκτιστη (τήν ἀδημιούργητη) καί καθαγιαστιή δύναμη στήν Ἐκκλησία. Αὐτή ἡ δύναμη ἀνήκει σέ Ἐκεῖνον καί στό μυστικό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία καί ὄχι σέ ὅσους Τόν ἐγκαταλείπουν.
Ὡς ἐκ τούτου, ὅταν ἕνας ἐπίσκοπος ἤ ἱερέας ἐν γνώσει του ἀπορρίπτει τήν πίστη, πού ἔλαβε ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, ἀπορρίπτει, ἐπίσης, τήν χάρη τῆς χειροτονίας, πού ἔλαβε ἀπό αὐτούς. Ἄρνηση τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, σημαίνει ἀδυναμία ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά διδάγματα, πού ἀντλοῦμε ἀπό τήν ζωή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες.
Ὁ ἑξηκοστός ὄγδοος (68ος) Ἀποστολικός Κανόνας μᾶς προστάσσει:
“Ἄν ὁποιοσδήποτε ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος ἤ διάκονος λάβει ἀπό κάποιον δεύτερη χειροτονία, καθαιροῦνται καί οἱ δύο -καί ὁ χειροτονηθείς καί αὐτός πού τόν χειροτόνησε-, ἐκτός ἄν πράγματι ἀποδειχθεῖ, ὅτι χειροτονήθηκε ἀπό αἱρετικούς. Ὅσοι ἔχουν βαφτιστεῖ ἤ χειροτονηθεῖ ἀπό τέτοια πρόσωπα, δέν μποροῦν νά ὀνομάζονται οὔτε πιστοί οὔτε κληρικοί”.
Σχετικά μέ τίς διάφορες ἱεροτελεστίες πού ἐκτελοῦνται ἀπό ἄτομα ἐκτός Ἐκκλησίας, ὁ τεσσαρακοστός ἕκτος (46ος) ἀποστολικός κανόνας λέει:
“ Ὁρίζουμε πώς ἕνας ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος, πού ἔχει ἀναγνωρίσει τό βάπτισμα ἤ τό θυσιαστήριο τῶν αἱρετικῶν, πρέπει νά ἐκθρονίζεται”. Γιατί ποιά κοινωνία μπορεῖ νά ἔχει ὁ Χριστός μέ τόν Βελίαρ, ἤ ὁ πιστός μέ τόν ἄπιστο;”
Ποιός εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος θά μποροῦσε νά πεῖ, πώς ἔχει περισσότερη ἀγάπη καί διάκριση σέ αὐτά τά θέματα ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους;
Μερικοί θά ἀντιτείνουν: Δέν μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά δεχθεῖ στούς κόλπους τους, σέ περίπτωση ἑτερόδοξης ἱερωσύνης, καί λαϊκούς ἀποκλειστικά καί μόνον μέ χρίσμα ἤ μέ ὁμολογία τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης;
Πράγματι ἔχει τήν δυνατότητα. Ὅμως αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη τοῦ βαπτίσματος καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἔξω ἀπό τό Σῶμα της.
Ἔπειτα ἡ Ἐκκλησία δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τόν ἑαυτό της, ὅταν ἀντιμετωπίζει τούς ἑτεροδόξους μέ αὐτόν τόν τρόπο;
Ὄχι.
Τό γεγονός, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν βαφτίζει πάντοτε τούς ἑτερόδοξους, ὅταν ἐπιστρέφουν σ' Αὐτήν, δέν σημαίνει, ὅτι εἶναι σέ ἀσυμφωνία μέ τόν ἑαυτόν της, οὔτε ὅτι ἀναγνωρίζει τά μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων.
Ἡ Ἐκκλησία δηλώνει μέ αὐτό, ὅτι ἔχει τήν δύναμη καί τήν ἐξουσία νά μεταβιβάσει ζωή, χάρη καί περιεχόμενο σέ μιά νεκρή μορφή, ἡ ὁποία θά εἶχε παραμείνει γιά πάντα μία χωρίς νόημα κοινωνική ἱεροτελεστία, ἄν οἱ μεμονωμένες αὐτές περιπτώσεις ἑτεροδόξων δέν εἶχαν μετανοήσει καί δέν εἶχαν γίνει ἀποδεκτές ἀπό τήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, αὐτή εἶναι, ἐπίσης, ἡ πίστη τοῦ Μυστηριακοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.